Τρίτη, 27 Απριλίου 2021

Νέος Κώδικας Δικαστικών Υπαλλήλων

Δέιτε/ κατεβάστε  εδώ:  Κώδικας Δικαστικών Υπαλλήλων








NOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 4798/2021

ΦΕΚ 68/Α/24-4-2021

Κώδικας δικαστικών υπαλλήλων και λοιπές επείγουσες διατάξεις.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

 ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ


ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

Άρθρο 1

Αρχές του Κώδικα

Σκοπός του παρόντος Κώδικα είναι η αναβάθμιση και ο εκσυγχρονισμός της κατάστασης των δικαστικών υπαλλήλων, ώστε να διασφαλίζεται η αξιοπρεπής, ορθολογική και δημιουργική εργασία τους και να επιτυγχάνεται η ουσιαστική συμβολή τους στην εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία των δικαστηρίων, καθώς και στην ποιότητα και το κύρος της Δικαιοσύνης. Προς τούτο, λαμβάνονται υπόψη η ιδιαιτερότητα της δικαστικής λειτουργίας την οποία υπηρετούν και οι ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις με τις οποίες περιβάλλονται. Η πρόσληψη και η υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών υπαλλήλων διέπονται από τις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας.

 

Άρθρο 2

Έκταση εφαρμογής

1. Στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα υπάγονται οι δικαστικοί υπάλληλοι.

2. Δικαστικοί υπάλληλοι είναι οι μόνιμοι υπάλληλοι του Συμβουλίου της Επικρατείας, των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των εισαγγελιών, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

3. Ειδικές διατάξεις του Κώδικα καταλαμβάνουν το οριζόμενο σε αυτές προσωπικό.

 

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ - ΠΛΗΡΩΣΗ ΘΕΣΕΩΝ

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΚΑΙ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ

 

Άρθρο 3

Ιθαγένεια

1. Ως δικαστικοί υπάλληλοι διορίζονται Έλληνες πολίτες.

2. Οι πολίτες των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) επιτρέπεται να διορίζονται σε θέσεις οι οποίες δεν εμπίπτουν στην εξαίρεση της παρ. 4 του άρθρου 45 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.), σύμφωνα με όσα προβλέπονται στις ειδικές γι’ αυτούς διατάξεις.

3. Ο διορισμός πολιτών κρατών που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπεται στις περιπτώσεις που προβλέπονται από ειδικές διατάξεις.

 

Άρθρο 4

Ηλικία διορισμού

1. Ορίζεται κατώτατο όριο ηλικίας διορισμού, κατά κατηγορία, ως ακολούθως: Για τις κατηγορίες ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ το εικοστό πρώτο έτος και για την κατηγορία ΥΕ το εικοστό. Ως ημέρα γέννησης θεωρείται η 1η Ιανουαρίου του έτους γέννησης.

2. Η ηλικία αποδεικνύεται από το δελτίο της αστυνομικής ταυτότητας και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, από τη ληξιαρχική πράξη γέννησης που έχει συνταχθεί μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από τη γέννηση. Αν δεν υπάρχει τέτοια πράξη, η ηλικία αποδεικνύεται από τα μητρώα αρρένων για τους άνδρες και από το γενικό μητρώο δημοτών (δημοτολόγιο) για τις γυναίκες.

3. Εάν υπάρχουν περισσότερες εγγραφές στο οικείο μητρώο, επικρατεί η χρονικά πρώτη.

4. Βεβαίωση της ηλικίας ή διόρθωση της εγγραφής με άλλον τρόπο δεν λαμβάνεται υπόψη.

 

Άρθρο 5

Εκπλήρωση στρατιωτικών υποχρεώσεων

Δεν διορίζονται δικαστικοί υπάλληλοι:

α) όσοι δεν έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις και δεν έχουν απαλλαγεί νόμιμα από αυτές,

β) όσοι έχουν αναγνωρισθεί ως αντιρρησίες συνείδησης και δεν έχουν εκπληρώσει, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις της στρατολογικής νομοθεσίας, άοπλη θητεία ή εναλλακτική πολιτική κοινωνική υπηρεσία.

 

Άρθρο 6

Υγεία

1. Δικαστικοί υπάλληλοι διορίζονται όσοι έχουν την υγεία που τους επιτρέπει να εκτελούν τα καθήκοντα της αντίστοιχης θέσης. Η έλλειψη φυσικών σωματικών δεξιοτήτων δεν εμποδίζει τον διορισμό, εφόσον ο δικαστικός υπάλληλος, με την κατάλληλη τεχνική υποστήριξη, μπορεί να ασκεί τα καθήκοντα της αντίστοιχης θέσης. Ειδικές διατάξεις για τον διορισμό ατόμων με αναπηρία δεν θίγονται.

2. Η υγεία των υποψήφιων δικαστικών υπαλλήλων πιστοποιείται με γνωματεύσεις: (α) παθολόγου ή γενικού ιατρού και (β) ψυχιάτρου, είτε του Δημοσίου είτε ιδιωτών, με βάση παραπεμπτικό έγγραφο, στο οποίο περιγράφονται από την υπηρεσία τα καθήκοντα της θέσης που πρόκειται να πληρωθεί.

3. Ειδικά για τα άτομα με αναπηρία που διορίζονται με γενικές ή ειδικές διατάξεις, η υγεία και η φυσική καταλληλότητα πιστοποιούνται από τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές, με βάση παραπεμπτικό έγγραφο, στο οποίο περιγράφονται από την υπηρεσία τα καθήκοντα της θέσης που πρόκειται να αναλάβει ο υπάλληλος.

4. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Υγείας καθορίζονται παθήσεις και βλάβες που αποτελούν κώλυμα διορισμού και κάθε λεπτομέρεια για την πιστοποίηση της υγείας των υποψήφιων δικαστικών υπαλλήλων.

 

Άρθρο 7

Ποινική καταδίκη και υποδικία

1. Δεν διορίζονται δικαστικοί υπάλληλοι:

α) Όσοι καταδικάστηκαν αμετάκλητα για κακούργημα, καθώς και σε οποιαδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, απιστία δικηγόρου, δωροδοκία, ή παράνομη βεβαίωση ή είσπραξη δικαιωμάτων του Δημοσίου, απιστία κατά του νομικού προσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, παράβαση καθήκοντος, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής.

β) Όσοι έχουν παραπεμφθεί με τελεσίδικο βούλευμα ή με απευθείας κλήση για κακούργημα ή με τελεσίδικο βούλευμα για πλημμέλημα της περ. α) μπορούν να λαμβάνουν μέρος στις διαδικασίες επιλογής, αλλά δεν διορίζονται δικαστικοί υπάλληλοι, εάν κατά τον χρόνο διορισμού δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ή αμετάκλητο αθωωτικό βούλευμα.

γ) Όσοι καταδικάστηκαν αμετάκλητα σε ποινή στερητική της ελευθερίας, διάρκειας μεγαλύτερης από ένα (1) έτος, για έγκλημα που έχει τελεστεί με δόλο.

2. Η κατά το παρόν άρθρο ανικανότητα προς διορισμό αίρεται μόνο με την έκδοση διατάγματος κατά την παρ. 1 του άρθρου 47 του Συντάγματος, εφόσον με αυτό αίρονται οι συνέπειες της ποινής.

 

Άρθρο 8

Δικαστική συμπαράσταση

Δεν διορίζονται δικαστικοί υπάλληλοι όσοι τελούν υπό καθεστώς πλήρους ή μερικής στερητικής ή επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης ή συνδυασμού τους, για όσο χρόνο ισχύει η δικαστική απόφαση για τον συμπαραστατούμενο.

 

Άρθρο 9

Απόλυση από άλλη θέση για πειθαρχικούς λόγους

Δεν διορίζονται δικαστικοί υπάλληλοι όσοι απολύθηκαν από θέσεις του Δημοσίου ή Ο.Τ.Α. ή άλλου νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται στον ν. 4270/2014 (Α’ 143) λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης ή λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο αναγόμενο σε υπαιτιότητά τους. Για τη διαπίστωση της μη συνδρομής του ανωτέρω κωλύματος διορισμού υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση από τον ενδιαφερόμενο, το αληθές περιεχόμενο της οποίας ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από την αρμόδια υπηρεσία διορισμού με βάση τα στοιχεία που τηρούνται στο Μητρώο Απογραφής Ελληνικού Δημοσίου.

 

Άρθρο 10

Χρόνος συνδρομής προϋποθέσεων διορισμού

Οι υποψήφιοι δικαστικοί υπάλληλοι έχουν τα προσόντα και δεν έχουν τα κωλύματα του διορισμού τόσο κατά τον χρόνο λήξης της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων όσο και κατά τον χρόνο του διορισμού.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΠΛΗΡΩΣΗ ΘΕΣΕΩΝ

 

Άρθρο 11

Πλήρωση θέσεων

1. Ο προγραμματισμός για την πλήρωση κενών θέσεων δικαστικών υπαλλήλων των τομέων του άρθρου 18 γίνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4622/2019 (Α’ 133), σε ετήσια βάση. Προς τον σκοπό αυτό, το Υπουργείο Δικαιοσύνης υποβάλλει πρόταση μέχρι το τέλος του δικαστικού έτους και, πάντως, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το αργότερο μέχρι την έναρξη του επόμενου, μετά από γνώμη των Προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και της Ομοσπονδίας Δικαστικών Υπαλλήλων Ελλάδας (Ο.Δ.Υ.Ε.) και του Συλλόγου Υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

2. Η πλήρωση των θέσεων δικαστικών υπαλλήλων γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4765/2021 (Α’ 6) για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους, ειδικά των κλάδων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ Γραμματέων και ΠΕ Μεταφραστών-Διερμηνέων αποκλειστικά με γραπτό διαγωνισμό.

3. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εσωτερικών, μετά από γνώμη των δικαστικών λειτουργών και των συνδικαλιστικών οργανώσεων της παρ. 1, τίθενται ουσιαστικές και διαδικαστικές ρυθμίσεις για την πλήρωση των θέσεων δικαστικών υπαλλήλων και κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις που αφορούν στους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους.

  

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ

 

Άρθρο 12

Πράξη διορισμού

1. Ο δικαστικός υπάλληλος διορίζεται με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, η οποία δημοσιεύεται, σε περίληψη, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ίδια απόφαση ο διοριζόμενος τοποθετείται σε γραμματεία ή άλλη υπηρεσία δικαστηρίου ή εισαγγελίας ή σε γενική επιτροπεία.

2. Η κατά την παρ. 1 τοποθέτηση γίνεται ύστερα από απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου, εκτός αν η διαδικασία με βάση την οποία επιλέγεται ο διοριζόμενος αφορά στην πλήρωση θέσεων στη γραμματεία ή άλλη υπηρεσία ορισμένου δικαστηρίου ή εισαγγελίας ή γενικής επιτροπείας ή αν κατά τη διαδικασία αυτή καθορίζεται κατά τρόπο υποχρεωτικό η θέση την οποία θα καταλάβει ο επιλεγόμενος.

 

Άρθρο 13

Κοινοποίηση της πράξης διορισμού

1. Η πράξη διορισμού κοινοποιείται στον διοριζόμενο το αργότερο εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της περίληψής της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2. Η κοινοποίηση γίνεται με έγγραφο του προϊσταμένου του αρμόδιου τμήματος του Υπουργείου Δικαιοσύνης, στο οποίο αναγράφεται ο αριθμός του φύλλου της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως όπου δημοσιεύθηκε η περίληψη της πράξης διορισμού και το οποίο επιδίδεται με απόδειξη στην κατοικία του διοριζομένου, είτε στον ίδιο είτε σε πρόσωπο που συνοικεί με αυτόν. Με το έγγραφο αυτό τάσσεται προθεσμία τουλάχιστον δέκα (10) και το πολύ τριάντα (30) ημερών για ορκωμοσία του διοριζομένου και ανάληψη υπηρεσίας. Αν δεν καθορίζεται τέτοια προθεσμία, θεωρείται ότι έχει ταχθεί προθεσμία τριάντα (30) ημερών. Η προθεσμία μπορεί να

παραταθεί έως έξι (6) μήνες, μόνο μία φορά, για εξαιρετικούς λόγους.

3. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της παρ. 1, η πράξη διορισμού θεωρείται ότι έχει κοινοποιηθεί την τριακοστή ημέρα από τη δημοσίευση και από την επομένη αρχίζει τριακονθήμερη προθεσμία για ορκωμοσία του διοριζομένου και ανάληψη υπηρεσίας.

4. Η μη εμπρόθεσμη προσέλευση του διοριζομένου για ορκωμοσία και ανάληψη υπηρεσίας θεωρείται μη αποδοχή του διορισμού.

 

Άρθρο 14

Κατάρτιση υπαλληλικής σχέσης

1. Η υπαλληλική σχέση καταρτίζεται με τον διορισμό και την αποδοχή του.

2. Η αποδοχή δηλώνεται με την ορκωμοσία.

 

Άρθρο 15

Ορκωμοσία - Ανάληψη υπηρεσίας

1. Οι υπάλληλοι των δικαστηρίων και των εισαγγελιών ορκίζονται ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο διορίζονται, σε δημόσια συνεδρίαση. Οι υπάλληλοι της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ορκίζονται ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.

2. Ο όρκος των ημεδαπών έχει ως εξής: «Ορκίζομαι ότι θα φυλάττω πίστη στην πατρίδα, υπακοή στο Σύνταγμα και τους νόμους και ότι θα εκπληρώνω τα καθήκοντά μου τίμια και ευσυνείδητα». Ο όρκος των αλλοδαπών έχει ως εξής: «Ορκίζομαι ότι θα φυλάττω πίστη στην Ελλάδα, υπακοή στο Σύνταγμα και τους νόμους της και ότι θα εκπληρώνω τα καθήκοντά μου τίμια και ευσυνείδητα».

3. Η ορκωμοσία βεβαιώνεται με πρακτικό. Η ανάληψη υπηρεσίας πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσει o γραμματέας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή ο προϊστάμενος της υπηρεσίας στην οποία τοποθετείται ο δικαστικός υπάλληλος. Η έκθεση φέρει αριθμό πρωτοκόλλου της ημερομηνίας ανάληψης καθηκόντων.

4. Αφετηρία υπολογισμού του χρόνου υπηρεσίας των δικαστικών υπαλλήλων αποτελεί η ημερομηνία δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της περίληψης της πράξης διορισμού, με την προϋπόθεση ότι η ανάληψη υπηρεσίας γίνεται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την κοινοποίηση της πράξης διορισμού, αλλιώς η ημερομηνία ανάληψης υπηρεσίας.

 

Άρθρο 16

Ανάκληση διορισμού

1. Η πράξη διορισμού ανακαλείται υποχρεωτικά, εάν ο διορισθείς δεν αποδέχτηκε τον διορισμό ρητώς ή σιωπηρώς.

2. Η πράξη διορισμού που έγινε κατά παράβαση νόμου ανακαλείται εντός διετίας από τη δημοσίευση της περίληψής της. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής η πράξη διορισμού ανακαλείται εάν αυτός που διορίστηκε προκάλεσε δολίως ή υποβοήθησε την παρανομία ή εάν ο διορισμός του έγινε κατά παράβαση των άρθρων 3 και 7.

3. Ο δικαστικός υπάλληλος του οποίου η πράξη διορισμού ανακλήθηκε κατά την παρ. 2 υπέχει τις ευθύνες των δικαστικών υπαλλήλων για τον χρόνο κατά τον οποίο άσκησε τα καθήκοντά του. Η ανάκληση του διορισμού του δεν επιδρά στο κύρος των πράξεών του.

4. Η παρ. 2 για απαγόρευση ανάκλησης της πράξης διορισμού μετά την πάροδο διετίας δεν εφαρμόζεται όταν η πράξη διορισμού ακυρώνεται δικαστικώς.

 

Άρθρο 17

Αναδιορισμός

1. Ο δικαστικός υπάλληλος που απολύθηκε λόγω σωματικής ή νοητικής αναπηρίας για την εκτέλεση των καθηκόντων του αναδιορίζεται εφόσον: α) υποβάλει αίτηση αναδιορισμού μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών από την απόλυση, β) είχε τουλάχιστον τριετή ευδόκιμη υπηρεσία, και γ) έχει όλα τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται για την κατάληψη της θέσης κατά τον χρόνο του αναδιορισμού.

2. Ο δικαστικός υπάλληλος αναδιορίζεται μετά από γνωμοδότηση της υγειονομικής επιτροπής, με την οποία διαπιστώνεται ότι αποκαταστάθηκε η σωματική ή πνευματική του ικανότητα, σε βαθμό που του επιτρέπει να ασκεί τα καθήκοντά του. Ο υπάλληλος παραπέμπεται στην επιτροπή μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης αναδιορισμού και η επιτροπή αποφαίνεται το συντομότερο δυνατό.

3. Επιτρέπεται επίσης ο αναδιορισμός δικαστικού υπαλλήλου, του οποίου ανακλήθηκε ο διορισμός για παράβαση των περ. α) ή β) του άρθρου 7, εφόσον μετά την ανάκληση ο υπάλληλος αυτός απαλλάχτηκε από την κατηγορία με αμετάκλητη απόφαση ή με αμετάκλητο βούλευμα. Ο αναδιορισμός στην περίπτωση αυτή γίνεται ύστερα από αίτηση του δικαστικού υπαλλήλου, που υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) έτους από τότε που καθίσταται αμετάκλητη η απόφαση του δικαστηρίου ή το βούλευμα και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της περ. γ) της παρ. 1.

4. Για τον αναδιορισμό αποφασίζει το υπηρεσιακό συμβούλιο. Ο δικαστικός υπάλληλος αναδιορίζεται με τον βαθμό που έφερε κατά τον χρόνο της απόλυσης ή της ανάκλησης του διορισμού του. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει κατά τον χρόνο του αναδιορισμού κενή θέση, συστήνεται προσωποπαγής θέση με την απόφαση αναδιορισμού. Ο αναδιοριζόμενος σε προσωποπαγή θέση καταλαμβάνει την πρώτη θέση που κενώνεται στον ίδιο κλάδο και βαθμό.

5. Τα άρθρα 12 έως και 16 που αναφέρονται στον διορισμό ισχύουν και για τον αναδιορισμό.

 

 

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

ΤΟΜΕΙΣ - ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ - ΒΑΘΜΟΙ- ΚΛΑΔΟΙ

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΤΟΜΕΙΣ - ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ - ΒΑΘΜΟΙ

 

Άρθρο 18

Τομείς Κατάταξης

Οι δικαστικοί υπάλληλοι κατατάσσονται στους παρακάτω τομείς:

α) Τομέας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

β) Τομέας των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των εισαγγελιών.

γ) Τομέας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

δ) Τομέας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

 

Άρθρο 19

Κατάταξη θέσεων σε κατηγορίες

Οι θέσεις των δικαστικών υπαλλήλων κάθε τομέα κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες:

α) Κατηγορία θέσεων Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ),

β) Κατηγορία θέσεων Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ),

γ) Κατηγορία θέσεων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ),

δ) Κατηγορία θέσεων Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ).

 

Άρθρο 20

Βαθμολογική κλίμακα

1. Οι θέσεις των κατηγοριών Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (TE), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) κατατάσσονται σε πέντε (5) συνολικά βαθμούς, ως ακολούθως:

- Βαθμός Α’

- Βαθμός Β’

- Βαθμός Γ’

- Βαθμός Δ’

- Βαθμός Ε’.

2. Οι θέσεις των κατηγοριών ΠΕ, TE και ΔΕ κατατάσσονται στους βαθμούς Δ’, Γ’, Β’ και Α’, από τους οποίους κατώτερος είναι ο Δ’ και ανώτερος ο Α’. Οι θέσεις της κατηγορίας ΥΕ κατατάσσονται στους βαθμούς Ε’, Δ’, Γ’ και Β’ από τους οποίους κατώτερος είναι ο Ε’ και ανώτερος ο Β’.

3. Εισαγωγικός βαθμός των κατηγοριών ΠΕ, TE και ΔΕ είναι ο βαθμός Δ’ και της κατηγορίας ΥΕ ο βαθμός Ε’. Για τους κατόχους διδακτορικού διπλώματος, εισαγωγικός βαθμός είναι ο Β’, στον οποίο κατατάσσονται με διαπιστωτική πράξη. Για τους κατόχους μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, εισαγωγικός βαθμός είναι ο Γ’, στον οποίο κατατάσσονται με διαπιστωτική πράξη. Για τους αποφοίτους της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.), εισαγωγικός βαθμός είναι ο Β’. Ο χρόνος φοίτησης στην Ε.Σ.Δ.Δ.Α. υπολογίζεται ως πλεονάζων στον Β’ βαθμό. Για τους αριστούχους προσμετράται ένα (1) επιπλέον έτος στον ίδιο βαθμό. Η παραμονή στον εισαγωγικό βαθμό διαρκεί τουλάχιστον για δύο (2) έτη, ανεξαρτήτως των τυπικών προσόντων που αποκτά ο δικαστικός υπάλληλος στο ενδιάμεσο διάστημα.

4. Σε κάθε τομέα οι θέσεις όλων των βαθμών των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ και ΥΕ είναι σε κάθε κατηγορία οργανικά ενιαίες. Σε κάθε έναν από τους τομείς των περ. α, β και δ του άρθρου 18 οι θέσεις όλων των βαθμών και κατηγοριών των κλάδων Γραμματέων (ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ) θεωρούνται ενιαίες, όσον αφορά στην κινητικότητα των υπαλλήλων. Το ίδιο ισχύει και για τους Κλάδους Επιμελητών Δικαστηρίων (ΔΕ, ΥΕ).

5. Οι δικαστικοί υπάλληλοι των κλάδων ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου και ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων διέπονται, ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, από τις ειδικές γι’ αυτούς διατάξεις του παρόντος.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΚΛΑΔΟΙ

 

Άρθρο 21

Κλάδοι - Ειδικότητες

1. Οι θέσεις κάθε κατηγορίας δικαστικών υπαλλήλων των τομέων των περ. α), β) και δ) του άρθρου 18 κατατάσσονται στους εξής κλάδους και ειδικότητες:

α) Κατηγορία ΠΕ:

αα. Κλάδος ΠΕ Γραμματέων,

αβ. Κλάδος ΠΕ Πληροφορικής,

αγ. Κλάδος ΠΕ Μηχανικών, με ειδικότητες:

i. Πολιτικών Μηχανικών,

ii. Ηλεκτρολόγων - Μηχανολόγων,

αδ. Κλάδος ΠΕ Οικονομολόγων,

αε. Κλάδος ΠΕ Μεταφραστών-Διερμηνέων,

αστ. Κλάδος ΠΕ Στατιστικής,

αζ. Κλάδος ΠΕ Βιβλιοθηκονόμων,

αη. Κλάδος ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου,

αθ. Κλάδος ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων,

β) Κατηγορία ΤΕ:

βα. Κλάδος ΤΕ Γραμματέων,

ββ. Κλάδος ΤΕ Πληροφορικής,

βγ. Κλάδος ΤΕ Ελεγκτών Τεχνολόγων,

βδ. Κλάδος ΤΕ Βιβλιοθηκονόμων,

γ) Κατηγορία ΔΕ:

γα. Κλάδος ΔΕ Γραμματέων,

γβ Κλάδος ΔΕ Πληροφορικής,

γγ. Κλάδος ΔΕ Δακτυλογράφων-Χειριστών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών,

γδ. Κλάδος ΔΕ Οδηγών,

γε. Κλάδος ΔΕ Επιμελητών Δικαστηρίων,

δ) Κατηγορία ΥΕ:

δα. Κλάδος ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων,

δβ. Κλάδος ΥΕ Φυλάκων-Νυχτοφυλάκων,

δγ. Κλάδος ΥΕ Καθαριότητας.

2. Οι θέσεις κάθε κατηγορίας δικαστικών υπαλλήλων του τομέα της περ. γ) του άρθρου 18 κατατάσσονται στους εξής κλάδους και ειδικότητες:

α) Κατηγορία ΠΕ:

αα. Κλάδος ΠΕ Επιτρόπων,

αβ. Κλάδος ΠΕ Δημοσιονομικού Ελέγχου-Διοικητικής Υποστήριξης,

αγ. Κλάδος ΠΕ Μεταφραστών-Διερμηνέων,

αδ. Κλάδος ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου,

αε. Κλάδος ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων,

αστ. Κλάδος ΠΕ Πληροφορικής Διοίκησης,

αζ. Κλάδος ΠΕ Πληροφορικής Ελέγχου,

αη. Κλάδος ΠΕ Μηχανικών, με ειδικότητες:

i. Πολιτικών Μηχανικών,

ii. Ηλεκτρολόγων - Μηχανολόγων,

β) Κατηγορία ΤΕ:

βα. Κλάδος ΤΕ Δημοσιονομικού Ελέγχου-Διοικητικής Υποστήριξης,

ββ. Κλάδος ΤΕ Πληροφορικής Διοίκησης,

βγ. Κλάδος ΠΕ Πληροφορικής Ελέγχου,

βδ. Κλάδος ΤΕ Βιβλιοθηκονόμων,

γ) Κατηγορία ΔΕ:

γα. Κλάδος ΔΕ Διοικητικού - Γραμματέων - Υποστήριξης Ελέγχου,

γβ Κλάδος ΔΕ Πληροφορικής,

γγ. Κλάδος ΔΕ Δακτυλογράφων-Χειριστών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών,

γδ. Κλάδος ΔΕ Οδηγών,

γε. Κλάδος ΔΕ Ταξινόμων,

γστ. Κλάδος ΔΕ Επιμελητών Δικαστηρίων

δ) Κατηγορία ΥΕ:

δα. Κλάδος ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων,

δβ. Κλάδος ΥΕ Καθαριότητας,

δγ. Κλάδος ΥΕ Φυλάκων-Νυχτοφυλάκων.

3. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, μετά από γνώμη των Προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ορίζεται o αριθμός των οργανικών θέσεων των κλάδων και ειδικοτήτων που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2. Με όμοιο διάταγμα καταργούνται, συγχωνεύονται ή μετονομάζονται οι κλάδοι και οι ειδικότητες ή συνιστώνται νέοι κλάδοι και ειδικότητες. Στις περιπτώσεις του πρώτου εδαφίου επιτρέπεται η κατάργηση ή ανακατανομή οργανικών θέσεων των καταργούμενων ή συγχωνευόμενων κλάδων.

4. Σε περίπτωση κατάργησης οργανικών θέσεων, οι δικαστικοί υπάλληλοι που τις κατείχαν, έπειτα από αίτησή τους, μετατίθενται ή μετατάσσονται σε κενή οργανική θέση.

 

Άρθρο 22

Θέσεις ανά κατηγορία - Τυπικά προσόντα - Καθήκοντα

1. Θέσεις της κατηγορίας ΥΕ είναι εκείνες για τις οποίες ως τυπικό προσόν διορισμού ορίζεται απολυτήριος τίτλος υποχρεωτικής εκπαίδευσης ή ισοδύναμης κατώτερης τεχνικής σχολής ή άλλος τίτλος που προβλέπεται ως γενικό τυπικό προσόν για την κατηγορία αυτή σύμφωνα με το άρθρο 25 του π.δ. 50/2001(Α’ 39).

2. Θέσεις της κατηγορίας ΔΕ είναι εκείνες για τις οποίες ως τυπικό προσόν διορισμού ορίζεται απολυτήριος τίτλος ή πτυχίο σχολής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ή άλλου ισότιμου σχολείου, σύμφωνα με το άρθρο 17 του π.δ. 50/2001.

3. Θέσεις της κατηγορίας ΤΕ είναι εκείνες για τις οποίες ως τυπικό προσόν διορισμού ορίζεται το πτυχίο ή το δίπλωμα τμήματος ή σχολής Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Τ.Ε.Ι.) ή Κέντρου Ανωτέρας Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (Κ.Α.Τ.Ε.Ε.) ή ισότιμο πτυχίο ή δίπλωμα της ημεδαπής ή αλλοδαπής, σύμφωνα με το άρθρο 12 του π.δ. 50/2001.

4. Θέσεις της κατηγορίας ΠΕ είναι εκείνες για τις οποίες ως τυπικό προσόν διορισμού ορίζεται το πτυχίο ή δίπλωμα τμήματος ή σχολής του πανεπιστημιακού τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης της ημεδαπής ή ισότιμο της αλλοδαπής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του π.δ. 50/2001.

5. Θέσεις κλάδων ή ειδικοτήτων ΠΕ ή ΤΕ καλύπτονται, επίσης: α) από κατόχους πτυχίων ή διπλωμάτων ανώτατης εκπαίδευσης που έχουν αποκτηθεί σε χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στους οποίους έχει χορηγηθεί πράξη αναγνώρισης επαγγελματικής ισοτιμίας από το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικής Ισοτιμίας Τίτλων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (Σ.Α.Ε.Ι.Τ.Τ.Ε.) του άρθρου 10 του π.δ. 165/2000 (Α’ 149), β) κατόχους απόφασης αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων ανώτατης ή μεταδευτεροβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων (Σ.Α.Ε.Π.) του άρθρου 55 του π.δ. 38/2010 (Α’ 78), γ) κατόχους απόφασης αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης από το Σ.Α.Ε.Π. ή το Α.Τ.Ε.Ε.Ν., βάσει της παρ. 2 του άρθρου 1 του π.δ. 38/2010, δ) κατόχους τίτλων μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που έχουν αποκτηθεί σε χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στους οποίους έχει αναγνωρισθεί το δικαίωμα άσκησης νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος, σύμφωνα με σχετική απόφαση αναγνώρισης επαγγελματικής εκπαίδευσης που χορηγείται από το Συμβούλιο Επαγγελματικής Αναγνώρισης Τίτλων Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (Σ.Ε.Α.Τ.Ε.Κ.) του άρθρου 13 του π.δ. 231/1998 (Α’ 178), ε) κατόχους διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων που έχουν αποκτηθεί σε χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στους οποίους έχει χορηγηθεί, βάσει του συστήματος αυτόματης αναγνώρισης διπλωμάτων, άδεια άσκησης επαγγέλματος από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, σύμφωνα με τα π.δ. 40/1986 (Α’ 14), 84/1986 (Α’ 31), 97/1986 (Α’ 35), 98/1986 (Α’ 35), 53/2004 (Α’ 43), 40/2006 (Α’ 43) και την υπό στοιχεία Α4/5226/1987 (Β’ 613) κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

6. Για τους κλάδους ή τις ειδικότητες ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ ως πρόσθετο τυπικό προσόν διορισμού απαιτείται η γνώση χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών στα αντικείμενα: α) επεξεργασίας κειμένων, β) υπολογιστικών φύλλων, γ) υπηρεσιών διαδικτύου, σύμφωνα με το άρθρο 27 του π.δ. 50/2001.

7. Για τους κλάδους ή τις ειδικότητες ΠΕ και ΤΕ απαιτείται ως πρόσθετο τυπικό προσόν η πολύ καλή γνώση της αγγλικής, γαλλικής, γερμανικής ή ιταλικής και για τους κλάδους ΔΕ η καλή γνώση μίας από τις πιο πάνω γλώσσες.

8. Για την απόδειξη της απαιτούμενης στις παρ. 6 και 7 γνώσης χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών και ξένων γλωσσών εφαρμόζεται το π.δ. 50/2001 για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους.

9. Οι παρ. 1 έως και 8 ισχύουν και για τους Κλάδους ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ Γραμματέων, για τους οποίους αρκεί οποιοδήποτε πτυχίο της αντίστοιχης εκπαιδευτικής βαθμίδας. Καθήκοντα των δικαστικών υπαλλήλων των κλάδων αυτών είναι η γραμματειακή και η διοικητική υποστήριξη των δικαστηρίων και εισαγγελιών.

10. Με την επιφύλαξη της παρ. 9 και των ειδικών διατάξεων του Κώδικα για τους κλάδους ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου και ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων, ως προς τα τυπικά προσόντα διορισμού στους κλάδους και τις ειδικότητες του άρθρου 21 εφαρμόζεται αναλόγως ο ν. 3528/2007 (Α’ 26) για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους. Τα καθήκοντα των δικαστικών υπαλλήλων των κλάδων αυτών προσδιορίζονται από τους απαιτούμενους ως τυπικά προσόντα τίτλους σπουδών, όπως ειδικότερα προβλέπονται στους κανονισμούς των δικαστηρίων και εισαγγελιών.

11. Για τον κλάδο ΠΕ Δημοσιονομικού Ελέγχου-Διοικητικής Υποστήριξης ως τυπικό προσόν διορισμού απαιτείται πτυχίο σχολής ή τμήματος νομικών, πολιτικών, οικονομικών-λογιστικών, χρηματοοικονομικών ή στατιστικών επιστημών, δημόσιας διοίκησης ή διοίκησης επιχειρήσεων. Για τον Κλάδο ΤΕ Δημοσιονομικού Ελέγχου-Διοικητικής Υποστήριξης ως τυπικό προσόν διορισμού απαιτείται πτυχίο σχολής οικονομικών-λογιστικών ή στατιστικών επιστημών. Τα καθήκοντα των υπαλλήλων αυτών ορίζονται στην ειδική για το Ελεγκτικό Συνέδριο νομοθεσία.

12. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά από γνώμη των Προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και της Ομοσπονδίας Δικαστικών Υπαλλήλων Ελλάδος (Ο.Δ.Υ.Ε.) και του Συλλόγου Υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για κλάδους και ειδικότητες του άρθρου 21, ορίζονται εξαρχής ή κατά τροποποίηση, τα τυπικά προσόντα των κλάδων και ειδικοτήτων, ορίζεται ότι απαιτούνται ειδικότεροι τίτλοι σπουδών, ή και πρόσθετα ειδικά προσόντα, προβλέπονται ο τρόπος με τον οποίο αποδεικνύεται η συνδρομή τους, καθώς και ειδικότερα καθήκοντα.

13. Με την προκήρυξη της θέσης μπορεί να ζητούνται, για κλάδους και ειδικότητες, πρόσθετα ειδικά προσόντα.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

ΕΙΔΙΚΟΣ ΚΛΑΔΟΣ ΠΕ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΥΡΙΑΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ - ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

Άρθρο 23

Σύσταση οργανικών θέσεων - Κλάδος ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου

1. Συστήνονται οργανικές θέσεις του Κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου, ως εξής:

α) Από τριάντα (30) θέσεις στο Συμβούλιο της Επικρατείας, τον Άρειο Πάγο και το Ελεγκτικό Συνέδριο.

β) Δέκα (10) θέσεις στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου.

γ) Από τρεις (3) θέσεις στη Γενική Επιτροπεία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

δ) Από δέκα (10) θέσεις στο Εφετείο Αθηνών, το Πρωτοδικείο Αθηνών, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών.

ε) Από πέντε (5) θέσεις στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, το Εφετείο Πειραιά, το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το Πρωτοδικείο Πειραιά, το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης, το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά.

στ) Από δέκα (10) θέσεις στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών.

ζ) Από πέντε (5) θέσεις στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, την Εισαγγελία Εφετών Πειραιά, την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά.

2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, μετά από πρόταση των Προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μπορεί να αυξάνονται οι πιο πάνω θέσεις και να συστήνονται θέσεις του κλάδου και σε άλλα δικαστήρια ή εισαγγελίες.

 

Άρθρο 24

Καθήκοντα

Οι δικαστικοί υπάλληλοι του Κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου έχουν τα ακόλουθα καθήκοντα:

α) επικουρούν άμεσα τους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς στο έργο τους, υπό την ευθύνη και τον έλεγχό τους,

β) απασχολούνται στην ταξινόμηση και την προκαταρκτική επεξεργασία των υποθέσεων, εφόσον αυτό προβλέπεται στον κανονισμό του οικείου δικαστηρίου ή εισαγγελίας,

γ) εφόσον προβλέπεται στον κανονισμό του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, επεξεργάζονται τη νομολογία του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας τους και συντάσσουν ευρετήρια και δελτία νομολογίας εθνικών, ενωσιακών, διεθνών και αλλοδαπών δικαστηρίων, καθώς και νομοθεσίας, βιβλιογραφίας και αρθρογραφίας. Με απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, στην οποία μετέχει χωρίς ψήφο και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μπορεί να ανατίθεται το έργο της ευρετηρίασης της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας και σε υπαλλήλους του κλάδου που υπηρετούν στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Με απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου μπορεί να ανατίθεται το έργο της ευρετηρίασης της νομολογίας του Αρείου Πάγου και σε υπαλλήλους του κλάδου που υπηρετούν στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια και εισαγγελίες.

 

Άρθρο 25

Πλήρωση θέσεων

Η πλήρωση των θέσεων του Κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου γίνεται με διαγωνισμό για τις κατηγορίες υποψηφίων της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 26.

 

Άρθρο 26

Τυπικά προσόντα

1. Οι υποψήφιοι δικαστικοί υπάλληλοι του Κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου διαθέτουν τα προσόντα και δεν έχουν τα κωλύματα που προβλέπονται για τους δικαστικούς υπαλλήλους. Επιπλέον:

α) Έχουν άδεια άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος από δικηγορικό σύλλογο της χώρας ή από αρμόδια αρχή κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου ή είναι υπάλληλοι μόνιμοι ή με σύμβαση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου, που περιλαμβάνονται στις κατηγορίες της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4440/2016 (Α’ 224), συμβολαιογράφοι, δικαστικοί επιμελητές ή δικαστικοί υπάλληλοι, εφόσον διαθέτουν τα τυπικά προσόντα που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, εκτός από εκείνο της άδειας άσκησης δικηγορικού επαγγέλματος και κατέχουν πτυχίο νομικής σχολής ημεδαπού πανεπιστημίου ή πτυχίο νομικής σχολής αλλοδαπού πανεπιστημίου, εφόσον έχει λάβει ακαδημαϊκή ή επαγγελματική αναγνώριση.

β) Να έχουν γνώση χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή στα αντικείμενα: (α) επεξεργασία κειμένων, (β) υπολογιστικά φύλλα και (γ) υπηρεσίες διαδικτύου, που αποδεικνύεται με τον τρόπο που προβλέπεται από το π.δ. 50/2001 (Α’ 39) για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους.

2. Με την προκήρυξη του διαγωνισμού μπορεί να ορίζονται και πρόσθετα τυπικά προσόντα.

3. Διατάξεις που ευνοούν ειδικές κατηγορίες υποψηφίων ή καθορίζουν ειδικές προσαυξήσεις της βαθμολογίας δεν έχουν εφαρμογή.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

 

Άρθρο 27

Προκήρυξη του διαγωνισμού

1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, η οποία εκδίδεται μετά από πρόταση των Προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως έως τις 30 Απριλίου κάθε έτους, προκηρύσσεται διαγωνισμός για τις κατευθύνσεις: α) Διοικητικής Δικαιοσύνης, β) Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης και Εισαγγελέων, γ) Ελεγκτικού Συνεδρίου.

2. Στην προκήρυξη ορίζονται: α) ο αριθμός των προς πλήρωση οργανικών θέσεων ανά δικαστήριο, εισαγγελία και γενική επιτροπεία, β) ο συνολικός αριθμός των εισακτέων ανά κατεύθυνση, γ) ο τόπος και ο χρόνος έναρξης του διαγωνισμού, εντός του μηνός Οκτωβρίου του έτους δημοσίευσης της προκήρυξης, δ) η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων συμμετοχής, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση της προκήρυξης, καθώς και ε) κατάλογος των δικαιολογητικών που συνυποβάλλονται με την αίτηση συμμετοχής. Στην προκήρυξη προσαρτάται παράρτημα, στο οποίο απαριθμούνται πενήντα (50) αποφάσεις του ανώτατου δικαστηρίου του δικαιοδοτικού κλάδου, το κείμενο των οποίων αναρτάται στην ιστοσελίδα του, καθώς και δέκα (10) αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δέκα (10) αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που έχουν επιλεγεί από τη Διοικητική Ολομέλεια του ανώτατου δικαστηρίου.

3. Με αποφάσεις των επιτροπών διαγωνισμού, που προβλέπονται στο άρθρο 29 καθορίζονται το πρόγραμμα, η διαδικασία, τα εξεταστικά κέντρα διεξαγωγής του διαγωνισμού, ο ορισμός επιτηρητών, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια η οποία αναφέρεται στους υποψηφίους, τους όρους και τον τρόπο διεξαγωγής του διαγωνισμού. Η ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού δεν απέχει λιγότερο από τέσσερις (4) μήνες από τη δημοσίευση της προκήρυξης.

4. Οι αποφάσεις των επιτροπών αναρτώνται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης και δημοσιοποιούνται και με οποιονδήποτε άλλον πρόσφορο τρόπο.

 

Άρθρο 28

Αιτήσεις συμμετοχής

1. Στον διαγωνισμό γίνονται δεκτοί όσοι, κατά τον χρόνο λήξης της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων, έχουν τα προσόντα και δεν έχουν τα κωλύματα που προβλέπονται στον Κώδικα.

2. Ο υποψήφιος υποβάλλει την αίτηση συμμετοχής του στον διαγωνισμό, επισυνάπτοντας σε αυτήν τα δικαιολογητικά τα οποία αποδεικνύουν τη συνδρομή των προσόντων και την έλλειψη κωλυμάτων, στη γραμματεία οποιουδήποτε δικαστηρίου της χώρας.

3. Σε περίπτωση διαπίστωσης έλλειψης φυσικών σωματικών δεξιοτήτων του υποψηφίου, που δεν τον καθιστούν ακατάλληλο για την άσκηση των καθηκόντων του δικαστικού υπαλλήλου του κλάδου, λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα για τη διευκόλυνση της συμμετοχής του στον εισαγωγικό διαγωνισμό. Στα μέτρα διευκόλυνσης περιλαμβάνεται και η χορήγηση παράτασης για την ολοκλήρωση της εξέτασης. Η παράταση αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα δεύτερο (1/2) του προβλεπόμενου χρόνου για την ολοκλήρωση της εξέτασης. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις για την εξέταση των υποψηφίων αυτών στους διαγωνισμούς για την πλήρωση θέσεων δημόσιων διοικητικών υπαλλήλων.

4. Ο πρόεδρος της επιτροπής του διαγωνισμού ορίζει τους υπαλλήλους που επικουρούν τη διενέργεια του διαγωνισμού. Η επιτροπή του διαγωνισμού, με την επικουρία των ως άνω δικαστικών υπαλλήλων, ελέγχει την πληρότητα των δικαιολογητικών των υποψηφίων και καταρτίζει για κάθε κατεύθυνση πίνακες τόσο των υποψηφίων που μπορούν να συμμετάσχουν στον διαγωνισμό όσο και εκείνων που αποκλείονται. Οι πίνακες αναρτώνται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.

 

Άρθρο 29

Επιτροπές του διαγωνισμού

1. Ο διαγωνισμός διενεργείται από επιτροπές, οι οποίες συγκροτούνται για κάθε κατεύθυνση χωριστά, με απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του ανώτατου δικαστηρίου, που εκδίδεται μέχρι την 30ή Ιουνίου κάθε έτους. Σε κάθε επιτροπή προεδρεύει ο αρχαιότερος δικαστικός λειτουργός.

2. Η επιτροπή για την κατεύθυνση της Διοικητικής Δικαιοσύνης αποτελείται από: α) έναν (1) Σύμβουλο της Επικρατείας, β) έναν (1) Πρόεδρο Εφετών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και γ) έναν (1) Πάρεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τους αναπληρωτές τους.

3. Η επιτροπή για την κατεύθυνση της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης αποτελείται από:

α) έναν (1) Αρεοπαγίτη, β) έναν (1) Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και γ) έναν (1) Πρόεδρο Εφετών, με τους αναπληρωτές τους.

4. Η επιτροπή για την κατεύθυνση του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποτελείται από: α) έναν (1) Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, β) έναν (1) Αντεπίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και γ) έναν (1) Πάρεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με τους αναπληρωτές τους.

5. Εκτός από τα μέλη της Επιτροπής, από τον Υπουργό Δικαιοσύνης διορίζονται οκτώ (8) εξεταστές ξένων γλωσσών, με τους αναπληρωτές τους, για την εξέταση της αγγλικής, γαλλικής, γερμανικής και ιταλικής γλώσσας. Ως εξεταστές διορίζονται Ε.Ε.ΔΙ.Π. ξένων γλωσσών των τμημάτων νομικής της χώρας, καθώς και καθηγητές από τη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή και άνω στους οποίους έχουν ανατεθεί καθήκοντα εξέτασης των ξένων γλωσσών κατά τις εισαγωγικές εξετάσεις στα μεταπτυχιακά προγράμματα των ίδιων τμημάτων, μετά από κλήρωση, από κατάλογο τον οποίο αποστέλλουν τα τρία νομικά τμήματα και ισχύει για τρία (3) έτη, εφόσον δεν τροποποιηθεί με νεότερη απόφαση των τμημάτων. Ο διορισμός γίνεται για την εξέταση κάθε ξένης γλώσσας χωριστά.

6. Χρέη γραμματέα κάθε Επιτροπής ασκεί δικαστικός υπάλληλος, ο οποίος ορίζεται με τον αναπληρωτή του με απόφαση του Προέδρου της Επιτροπής.

7. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης ρυθμίζονται τα θέματα που σχετίζονται με τις αποδοχές των μελών των Επιτροπών, των εξεταστών, των επιτηρητών και των γραμματέων των επιτροπών διαγωνισμού και τη διαδικασία καταβολής τους.

 

Άρθρο 30

Διεξαγωγή του διαγωνισμού

1. Ο διαγωνισμός περιλαμβάνει τρία στάδια: α) γραπτή εξέταση ειδικά επί των δικαστικών αποφάσεων του παραρτήματος της προκήρυξης, β) πρόσθετη γραπτή εξέταση, και γ) προφορική εξέταση.

2. Οι ενδείξεις των ατομικών στοιχείων των διαγωνιζομένων στα γραπτά δοκίμια καλύπτονται με αδιαφανές χαρτί, το οποίο αφαιρείται ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής μετά την ολοκλήρωση της βαθμολόγησης σε κάθε στάδιο. Απαγορεύεται οποιαδήποτε σημείωση των βαθμολογητών επάνω στο γραπτό.

3. Στο στάδιο της γραπτής εξέτασης επί των δικαστικών αποφάσεων του παραρτήματος της προκήρυξης, οι υποψήφιοι υποβάλλονται σε δύο (2) γραπτές δοκιμασίες, η καθεμία από τις οποίες διαρκεί τρεις (3) ώρες και μπορεί να έχει τη μορφή ερωτήσεων πολλαπλών επιλογών κατανόησης κειμένου ή αποφάσεων ή γνώσεων ή συνδυασμού των ανωτέρω, ή πρακτικών θεμάτων. Οι δοκιμασίες αυτές βασίζονται αποκλειστικά στην κριτική μελέτη και κατανόηση των ανωτέρω δικαστικών αποφάσεων.

4. Επιτυχόντες κατά το στάδιο αυτό είναι όσοι βαθμολογήθηκαν με πενήντα (50) και άνω στις εκατό (100) μονάδες σε καθεμία από τις δύο δοκιμασίες, εκτός εάν ο αριθμός τους υπερβαίνει το τριπλάσιο του αριθμού των θέσεων που προκηρύχθηκαν. Στην περίπτωση αυτή, επιτυχόντες θεωρούνται όσοι καταλαμβάνουν στη σειρά κατάταξης θέση εντός του αριθμού αυτού.

5. Οι επιτυχόντες του πρώτου σταδίου υποβάλλονται σε δύο (2) γραπτές δοκιμασίες επί του αντικειμένου του δικαιοδοτικού κλάδου, οι οποίες μπορεί να έχουν τη μορφή ερωτήσεων πολλαπλών επιλογών κατανόησης κειμένου ή αποφάσεων ή γνώσεων ή συνδυασμού των ανωτέρω ή πρακτικών θεμάτων που άπτονται του αντικειμένου του οικείου δικαιοδοτικού κλάδου και μία ή περισσότερες δοκιμασίες σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες ξένες γλώσσες: αγγλική, γαλλική, γερμανική και ιταλική, που μπορεί να έχουν τη μορφή ερωτήσεων πολλαπλών επιλογών κατανόησης κειμένου ή μετάφρασης κειμένου από την ξένη γλώσσα στην ελληνική ή συνδυασμό τους. Καθεμία από τις δοκιμασίες του δεύτερου σταδίου έχει τρίωρη διάρκεια.

6. Επιτυχόντες κατά το στάδιο αυτό είναι όσοι βαθμολογήθηκαν με πενήντα (50) και άνω στις εκατό (100) μονάδες σε καθεμία από τις δύο δοκιμασίες επί νομικών θεμάτων και σε μία τουλάχιστον δοκιμασία που αφορά στη γνώση ξένης γλώσσας.

7. Στο τρίτο στάδιο οι επιτυχόντες υποψήφιοι εξετάζονται προφορικά από την τριμελή επιτροπή επί του αντικειμένου του οικείου δικαιοδοτικού κλάδου.

 

Άρθρο 31

Βαθμολόγηση υποψηφίων

1. Η βαθμολόγηση των γραπτών δοκιμίων γίνεται για καθεμία από τις δοκιμασίες επί νομικών θεμάτων από έναν βαθμολογητή, μέλος της επιτροπής, και για καθεμία από τις δοκιμασίες στις ξένες γλώσσες από τον εξεταστή ξένης γλώσσας,. Η βαθμολογική κλίμακα για κάθε δοκιμασία εκτείνεται από το μηδέν έως και το εκατό.

2. Η βαθμολόγηση της προφορικής εξέτασης γίνεται από κάθε τακτικό μέλος της επιτροπής χωριστά, με κλίμακα που εκτείνεται από το μηδέν (0) έως και το εκατό (100). Εάν τακτικό μέλος κωλύεται, η εξέταση και βαθμολόγηση γίνονται από το μέλος που έχει ορισθεί ως αναπληρωματικό αυτού.

3. Η τελική βαθμολογία κάθε υποψηφίου προκύπτει από το άθροισμα της βαθμολογίας που έλαβε: α) σε καθεμία από τις τέσσερις γραπτές δοκιμασίες πολλαπλασιαζόμενη με τον συντελεστή 2, β) στις δοκιμασίες στις ξένες γλώσσες στις οποίες έλαβε τη βαθμολογική βάση με συντελεστή 1, 0,5, 0,25, 0,25 για καθεμία από αυτές κατά σειρά υψηλότερης βαθμολογίας, και γ) από κάθε μέλος της τριμελούς επιτροπής κατά την προφορική εξέταση.

4. Ο πίνακας οριστικών αποτελεσμάτων κυρώνεται από την επιτροπή διαγωνισμού, αποστέλλεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, αναρτάται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’

ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ - ΔΟΚΙΜΑΣΤΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ

 

Άρθρο 32

Διορισμός

1. Με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τον διορισμό τους, οι επιτυχόντες υποβάλλουν δήλωση με τις προτιμήσεις τους όσον αφορά στο δικαστήριο ή την εισαγγελία ή τη γενική επιτροπεία όπου επιθυμούν να διοριστούν.

2. Με βάση τη σειρά επιτυχίας τους στον διαγωνισμό και τις προτιμήσεις τους καταρτίζεται κατάλογος, βάσει του οποίου γίνονται ο διορισμός και η τοποθέτησή τους σε δικαστήρια, εισαγγελίες και γενικές επιτροπείες.

3. Οι επιτυχόντες διορίζονται ως δόκιμοι υπάλληλοι του κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου και τοποθετούνται στο κατά την παρ. 2 δικαστήριο, εισαγγελία ή γενική επιτροπεία με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

Άρθρο 33

Δοκιμαστική υπηρεσία - Μονιμοποίηση

1. Οι δικαστικοί υπάλληλοι του κλάδου μετά τον διορισμό τους διανύουν διετή δοκιμαστική υπηρεσία. Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας αυτής επιτρέπεται να απολυθούν, με απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου, για τους λόγους και με τη διαδικασία που προβλέπονται για τους μόνιμους δικαστικούς υπαλλήλους, καθώς και για τους λόγους που αναφέρονται στην παρ. 5 του άρθρου 35 και στην παρ. 10 του άρθρου 38.

2. Μέσα σε έναν (1) μήνα από τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο αποφασίζει αν ο δόκιμος δικαστικός υπάλληλος είναι κατάλληλος για μονιμοποίηση, μετά από έκθεση που υποβάλλει ο προϊστάμενός του δικαστικός λειτουργός. Αν κριθεί κατάλληλος, o δικαστικός υπάλληλος μονιμοποιείται με πράξη του οργάνου που είναι αρμόδιο για τον διορισμό. Με πράξη του ίδιου οργάνου απολύεται ο δικαστικός υπάλληλος που κρίνεται ακατάλληλος.

3. Αν η συμπλήρωση του χρόνου δοκιμαστικής υπηρεσίας παρατείνεται λόγω άδειας συνεπεία ασθένειας, κύησης, λοχείας ή ανατροφής τέκνου, η εκ των υστέρων μονιμοποίηση του υπαλλήλου ενεργεί αναδρομικά ως προς όλες τις συνέπειες.

4. Το δικαστικό συμβούλιο δύναται, με αιτιολογημένη απόφασή του, να παρατείνει τον χρόνο δοκιμαστικής υπηρεσίας για ένα (1) ακόμη έτος, εφόσον δεν μπορεί να σχηματίσει σαφή γνώμη για την καταλληλότητα του δόκιμου δικαστικού υπαλλήλου για μονιμοποίηση.

5. Οι δόκιμοι υπάλληλοι που προέρχονται από υπαλλήλους της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 26 αποκτούν την ιδιότητα του δόκιμου δικαστικού υπαλλήλου του κλάδου, διατηρώντας το μισθολογικό καθεστώς τους, εφόσον δεν άγει σε μείωση των συνολικών κατά τον παρόντα αποδοχών τους.

6. Οι διατάξεις του κεφαλαίου περί μονιμοποίησης των δικαστικών υπαλλήλων δεν εφαρμόζονται, κατά τα λοιπά, στους υπαλλήλους του κλάδου.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

 

Άρθρο 34

Εισαγωγική εκπαίδευση

1. Οι δικαστικοί υπάλληλοι του κλάδου αμέσως μετά από την ανάληψη υπηρεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 15, παρακολουθούν δωδεκάμηνη εισαγωγική εκπαίδευση.

2. Η εισαγωγική εκπαίδευση σχεδιάζεται και υλοποιείται από το ανώτατο δικαστήριο του δικαιοδοτικού κλάδου.

3. Η Διοικητική Ολομέλεια του ανώτατου δικαστηρίου ορίζει έναν ανώτατο δικαστικό λειτουργό ως Υπεύθυνο Εκπαίδευσης για κάθε κύκλο εισαγωγικής εκπαίδευσης.

4. O Υπεύθυνος Εκπαίδευσης μπορεί να ζητεί από υπηρεσίες του Δημοσίου ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου την παροχή χώρων κατάλληλων για διδασκαλία, καθώς και γραμματειακή και υλικοτεχνική υποστήριξη προς τον σκοπό αυτό. Οι αποδέκτες της αίτησης είναι υποχρεωμένοι να παρέχουν τη ζητούμενη συνδρομή, εκτός εάν αυτό δεν είναι εφικτό.

 

Άρθρο 35

Πρώτο στάδιο εισαγωγικής εκπαίδευσης

1. Αντικείμενο του πρώτου σταδίου εκπαίδευσης είναι:

α) η ενημέρωση για την αποστολή, την οργάνωση και τη λειτουργία της Δικαιοσύνης,

β) η μελέτη και ανάλυση των κανόνων δεοντολογίας που διέπουν τη συμπεριφορά των δικαστικών λειτουργών, των δικαστικών υπαλλήλων, των οργάνων της διοίκησης, των δικηγόρων και των διαδίκων, με έμφαση στους κανόνες δεοντολογίας που διέπουν τις σχέσεις των δικαστικών υπαλλήλων του κλάδου με τους δικαστικούς λειτουργούς, καθώς και τους δικαστικούς υπαλλήλους των άλλων κλάδων,

γ) η κριτική προσέγγιση και εμβάθυνση στη νομολογία προεχόντως του ανώτατου δικαστηρίου του δικαιοδοτικού κλάδου, των δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και δευτερευόντως των λοιπών εθνικών, διεθνών και αλλοδαπών δικαστηρίων,

δ) η ενημέρωση και εξοικείωση με τα βασικά νομοθετήματα που διέπουν την ύλη του δικαιοδοτικού κλάδου,

ε) η εξοικείωση με τα ευρετήρια και τα δελτία νομολογίας του οικείου ανώτατου δικαστηρίου και τον τρόπο κατάρτισής τους,

στ) η ενημέρωση και εξοικείωση με τη χρήση των ηλεκτρονικών βάσεων νομικών δεδομένων, με έμφαση στις βάσεις δεδομένων των εθνικών, ενωσιακών και διεθνών δικαστηρίων,

ζ) η ενημέρωση ως προς τις αρχές που διέπουν την επεξεργασία δικογραφιών προς υποβοήθηση του δικαστικού έργου.

2. Το πρώτο στάδιο εκπαίδευσης διαρκεί τρεις (3) μήνες. Αν ο αριθμός των δόκιμων υπαλλήλων είναι μικρός, με απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του ανώτατου δικαστηρίου, ύστερα από εισήγηση του Υπευθύνου Εκπαίδευσης, η διάρκεια του πρώτου σταδίου είναι δυνατό να συντμηθεί, όχι όμως κάτω του ενός (1) μήνα. Στην περίπτωση αυτή, ο χρόνος που απομένει προστίθεται στη διάρκεια του δεύτερου σταδίου.

3. Το πρώτο στάδιο της εκπαίδευσης πραγματοποιείται στα ανώτατα δικαστήρια.

4. Κάθε διδάσκων βαθμολογεί τους εκπαιδευόμενους με άριστα το εκατό (100), βασιζόμενος, κατά την κρίση του, στη συμμετοχή τους στη διδακτική διαδικασία, σε γραπτή δοκιμασία, σε επεξεργασία φακέλου, σε εργασία ή συνδυασμό των ανωτέρω.

5. Όσοι δεν ολοκληρώνουν επιτυχώς το πρώτο στάδιο, παύονται οριστικά με απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου.

 

Άρθρο 36

Πρόγραμμα σπουδών

1. Το πρόγραμμα σπουδών του πρώτου σταδίου εκπαίδευσης καταρτίζεται για κάθε κύκλο εκπαίδευσης από τη Διοικητική Ολομέλεια του ανώτατου δικαστηρίου, κατόπιν εισήγησης του Υπευθύνου Εκπαίδευσης.

2. Το ωριαίο πρόγραμμα διδασκαλίας καταρτίζεται από τον Υπεύθυνο Εκπαίδευσης του οικείου δικαιοδοτικού κλάδου. Η διδασκαλία διαρκεί ημερησίως έξι (6) διδακτικές ώρες. Η κάθε διδακτική ώρα διαρκεί σαράντα πέντε (45) λεπτά.

 

Άρθρο 37

Εκπαιδευτικό προσωπικό

1. Διδάσκοντες στο πρόγραμμα εισαγωγικής εκπαίδευσης των δόκιμων υπαλλήλων του Κλάδου είναι εν ενεργεία δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί οποιουδήποτε βαθμού, καθώς και συνταξιούχοι, που επιλέγονται για κάθε κύκλο εκπαίδευσης, μετά από αίτησή τους, από τη Διοικητική Ολομέλεια του ανώτατου δικαστηρίου, κατόπιν εισήγησης του υπευθύνου εκπαίδευσης του δικαιοδοτικού κλάδου.

2. Η αίτηση, συνοδευόμενη από συνοπτικό βιογραφικό σημείωμα, υποβάλλεται στον υπεύθυνο εκπαίδευσης εντός του μηνός Ιανουαρίου κάθε έτους.

3. Προέχοντα κριτήρια επιλογής των διδασκόντων αποτελούν η διδακτική τους εμπειρία και ικανότητα, ιδίως στο αντικείμενο της διδασκαλίας, και η απόδοσή τους στα κύρια καθήκοντά τους, σύμφωνα και με τις εκθέσεις αξιολόγησής τους κατά τα τελευταία δέκα (10) έτη. Λαμβάνονται επικουρικώς υπόψη η συγγραφή βιβλίων ή μελετών σχετικών με το αντικείμενο της διδασκαλίας και η ύπαρξη διδακτορικού ή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών συναφούς με το αντικείμενο της διδασκαλίας, καθώς και κάθε άλλο σχετικό με το αντικείμενο της διδασκαλίας ουσιαστικό ή τυπικό προσόν.

4. Διδάσκων που δεν ανταποκρίνεται στα καθήκοντά του, αντικαθίσταται με απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας, κατόπιν εισήγησης του Υπευθύνου Εκπαίδευσης.

5. Τα καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών υπαλλήλων του κλάδου θεωρούνται δικαστικά. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης ρυθμίζονται τα θέματα που σχετίζονται με τις αποδοχές των διδασκόντων και τη διαδικασία καταβολής τους.

6. Ο Υπεύθυνος Εκπαίδευσης συγκαλεί συμβούλιο του εκπαιδευτικού προσωπικού του δικαιοδοτικού κλάδου, όποτε το κρίνει αναγκαίο.

 

Άρθρο 38

Δεύτερο στάδιο εκπαίδευσης

1. Αντικείμενο του δεύτερου σταδίου εκπαίδευσης είναι η πρακτική άσκηση των δόκιμων υπαλλήλων στα έργα του Κλάδου τους.

2. Το δεύτερο στάδιο εκπαίδευσης διαρκεί εννέα (9) μήνες.

3. Η πρακτική άσκηση των σπουδαστών λαμβάνει χώρα στα ακόλουθα δικαστήρια που λειτουργούν ως εκπαιδευτικά κέντρα: α) στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τον Άρειο Πάγο, αντίστοιχα, για όσους προορίζονται για τα δικαστήρια αυτά, β) στο Ελεγκτικό Συνέδριο για όσους προορίζονται για το δικαστήριο αυτό και τη Γενική Επιτροπεία σ’ αυτό, γ) στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, για όσους προορίζονται για το δικαστήριο αυτό, τη Γενική Επιτροπεία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά και το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά, δ) στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, για όσους προορίζονται για το δικαστήριο αυτό και το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης, ε) στο Πρωτοδικείο Αθηνών, για όσους προορίζονται για το δικαστήριο αυτό, το Εφετείο Αθηνών, το Εφετείο Πειραιά και το Πρωτοδικείο Πειραιά, στ) στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, για όσους προορίζονται για το δικαστήριο αυτό και το Εφετείο Θεσσαλονίκης, ζ) στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, για όσους προορίζονται για την εισαγγελία αυτή, η) στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, για όσους προορίζονται για την εισαγγελία αυτή, την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, την Εισαγγελία Εφετών Πειραιά και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά και θ) στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, για όσους προορίζονται για την εισαγγελία αυτή και την Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης.

4. Σε κάθε δικαστήριο υπό την έννοια της παρ. 3 ορίζονται από τον υπεύθυνο εκπαίδευσης, ύστερα από πρόταση του προέδρου του δικαστηρίου ή του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο ή του διευθύνοντος την εισαγγελία, Υπεύθυνοι Πρακτικής Άσκησης για κάθε κύκλο πρακτικής άσκησης. Κάθε υπεύθυνος αναλαμβάνει έως έξι (6) εκπαιδευόμενους.

5. Οι Υπεύθυνοι Πρακτικής Άσκησης του κάθε δικαστηρίου ή εισαγγελίας μπορεί να συναποφασίσουν ότι η εκπαίδευση των δόκιμων υπαλλήλων: α) στη σύνταξη δελτίων και ευρετηρίων και β) στην ταξινόμηση και την προκαταρκτική επεξεργασία των υποθέσεων θα είναι κοινή.

6. Οι δόκιμοι υπάλληλοι του δικαιοδοτικού κλάδου που ασκούνται σε διοικητικά και πολιτικά πρωτοδικεία και εφετεία εκπαιδεύονται μαζί με τους δόκιμους υπαλλήλους που ασκούνται στα ανώτατα δικαστήρια του κλάδου στη σύνταξη δελτίων και ευρετηρίων. Όσοι ασκούνται σε δικαστήρια που εδρεύουν στη Θεσσαλονίκη εκπαιδεύονται με τη βοήθεια του διαδικτύου και των λοιπών μέσων επικοινωνίας. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών μπορεί να προβλέπεται η εκπαίδευση, εν όλω ή εν μέρει, των δόκιμων υπαλλήλων στο ανωτέρω αντικείμενο σε κοινό τόπο, με κάλυψη των εξόδων όσων μετακινούνται για τον σκοπό αυτό.

7. Ο αρμόδιος Υπεύθυνος Εκπαίδευσης, εάν το κρίνει επωφελές για την εκπαίδευση των δόκιμων υπαλλήλων, ορίζει ότι η συμμετοχή τους σε ορισμένα εκπαιδευτικά σεμινάρια ή ημερίδες είναι υποχρεωτική και σε άλλα επιθυμητή.

8. Οι δόκιμοι υπάλληλοι μπορεί, για εκπαιδευτικούς λόγους, να καλούνται από τον Υπεύθυνο Πρακτικής Άσκησης, κατόπιν έγκρισης του Υπευθύνου Εκπαίδευσης, να παρίστανται κατά την προανάκριση ή ανάκριση, καθώς και κατά τη συζήτηση υποθέσεων στο ακροατήριο και να μετέχουν χωρίς δικαίωμα λόγου ή ψήφου στις διασκέψεις, χωρίς η συμμετοχή τους να καταχωρίζεται στις εκθέσεις, στα πρακτικά ή στις αποφάσεις.

9. Στο τέλος του εννεαμήνου οι υπεύθυνοι πρακτικής άσκησης εκδίδουν βεβαίωση για την καταλληλότητα κάθε δόκιμου υπαλλήλου για μονιμοποίηση.

10. Για όσους δεν ολοκληρώνουν επιτυχώς την πρακτική εκπαίδευση εφαρμόζεται η παρ. 5 του άρθρου 35.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΗ ΚΛΙΜΑΚΑ

 

Άρθρο 39

Βαθμολογική κλίμακα - ένταξη

1. Οι βαθμοί των δικαστικών υπαλλήλων του Κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου είναι οι ακόλουθοι: α) Δικαστικός Ερευνητής Α’, β) Δικαστικός Ερευνητής Β’, γ) Δικαστικός Ερευνητής Γ’, δ) Δικαστικός Ερευνητής Δ’.

2. Για την προαγωγή απαιτείται εξαετής υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό και θετική κρίση του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου.

3. Οι δικαστικοί υπάλληλοι διορίζονται με τον βαθμό του Δικαστικού Ερευνητή Δ’.

4. Όσοι υπάλληλοι είχαν διοριστεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου της περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 26 και είχαν τον βαθμό Β’ μεταφέρουν τον πλεονάζοντα χρόνο υπηρεσίας τους στον βαθμό του Δικαστικού Ερευνητή Δ’. Εάν είχαν τον βαθμό Α’ διορίζονται με τον βαθμό του Δικαστικού Ερευνητή Γ’. Ο πλεονάζων χρόνος υπηρεσίας τους στον βαθμό Α’, όσον αφορά στη βαθμολογική τους κατάταξη, προσμετράται κατά το ήμισυ στον βαθμό του Δικαστικού Ερευνητή Γ’ και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη.

5. Η ένταξη σε βαθμό και ο προσδιορισμός του πλεονάζοντος σε αυτόν χρόνου γίνονται με πράξη του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, μετά από σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου.

6. Οι διατάξεις του παρόντος περί ένταξης των δικαστικών υπαλλήλων στη βαθμολογική κλίμακα δεν καταλαμβάνουν τους υπαλλήλους του Κλάδου.

7. Για τους δικαστικούς υπαλλήλους του κλάδου συντάσσονται καταστάσεις, χωριστές από αυτές των λοιπών δικαστικών υπαλλήλων. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι περί των καταστάσεων αυτών διατάξεις του παρόντος.

8. Για τη διαδικασία που διέπει την προαγωγή των υπαλλήλων του κλάδου, καθώς και τον προσδιορισμό του χρόνου που δεν λαμβάνεται υπόψη για την προαγωγή, εφαρμόζονται αναλόγως οι γενικές διατάξεις του παρόντος.

 

Άρθρο 40

Μισθολογική κλίμακα

Οι δικαστικοί υπάλληλοι του Κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου κατατάσσονται στα μισθολογικά κλιμάκια για τους δικαστικούς υπαλλήλους, ανάλογα με τον χρόνο υπηρεσίας τους.

 

Άρθρο 41

Οργανικές μονάδες

1. Οι υπάλληλοι του Κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου υπάγονται σε αυτοτελή διεύθυνση, εάν υπηρετούν σε ανώτατο δικαστήριο και, σε διαφορετική περίπτωση, σε αυτοτελές τμήμα, μη υπαγόμενο σε γενική διεύθυνση, διεύθυνση, τμήμα ή άλλη οργανική μονάδα δικαστηρίου, εισαγγελίας ή γενικής επιτροπείας.

2. Προϊστάμενοι των δικαστικών υπαλλήλων του κλάδου είναι ο πρόεδρος του ανώτατου δικαστηρίου ή ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ή ο Γενικός Επίτροπος ή ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή ο προϊστάμενος του δικαστηρίου ή εισαγγελίας, κατά περίπτωση, ή δικαστικός λειτουργός που ορίζεται από αυτόν, με τον αναπληρωτή του.

3. Μετά την πάροδο τριών (3) ετών από την ανάληψη υπηρεσίας των πρώτων δόκιμων υπαλλήλων του κλάδου η Διοικητική Ολομέλεια, αφού ακούσει τους προϊσταμένους δικαστικούς λειτουργούς και τον εκπρόσωπο των υπαλλήλων του κλάδου, που έχει εκλεγεί σύμφωνα με το άρθρο 42, δύναται με απόφασή της, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να ορίσει ότι εφεξής σε θέση προϊσταμένου διεύθυνσης ή τμήματος του κλάδου τοποθετείται υπάλληλος με βαθμό τουλάχιστον Δικαστικού Ερευνητή Γ’, για τριετή θητεία, καθώς και να ορίσει τα κριτήρια, τη διαδικασία επιλογής και τοποθέτησης, καθώς και τις ειδικότερες αρμοδιότητές του.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’

ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

 

Άρθρο 42

Δικαστικά Συμβούλια

Δικαστικά συμβούλια για τους υπαλλήλους του κλάδου είναι τα αρμόδια για τους λοιπούς δικαστικούς υπαλλήλους. Διέπονται ως προς τη συγκρότηση, τη σύνθεση, τη λειτουργία τους και κάθε άλλο ζήτημα, από τις γενικές διατάξεις του παρόντος.

 

Άρθρο 43

Υπηρεσιακά συμβούλια

Τα υπηρεσιακά συμβούλια για τους υπαλλήλους του κλάδου είναι:

α. Τα πενταμελή υπηρεσιακά συμβούλια στο Εφετείο Αθηνών, στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και στο Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης.

β. Τα πενταμελή υπηρεσιακά συμβούλια στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

γ. Τα επταμελή υπηρεσιακά συμβούλια στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

 

Άρθρο 44

Συγκρότηση των υπηρεσιακών συμβουλίων

1. Τα υπηρεσιακά συμβούλια συγκροτούνται από τους δικαστικούς λειτουργούς που συγκροτούν τα υπηρεσιακά συμβούλια με βάση τις γενικές διατάξεις του παρόντος και από δύο (2) υπαλλήλους των Κλάδων Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου και Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων, οι οποίοι αναδεικνύονται με εκλογές, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο παρόν άρθρο και στην παρ. 2 του άρθρου 46.

2. Οι υπάλληλοι που μετέχουν στα υπηρεσιακά συμβούλια των εφετείων και των διοικητικών εφετείων υπηρετούν σε πολιτικό δικαστήριο ή εισαγγελία, ή διοικητικό δικαστήριο της περιφέρειάς τους, αντίστοιχα. Οι υπάλληλοι που υπηρετούν σε υπηρεσία του Πειραιά λογίζεται ότι υπηρετούν στην Αθήνα.

3. Αν δεν υπάρχει επαρκής αριθμός υπαλλήλων των κλάδων προς πλήρωση των θέσεων των μελών των υπηρεσιακών συμβουλίων του Αρείου Πάγου ή του υπηρεσιακού συμβουλίου του Εφετείου Αθηνών, οι θέσεις συμπληρώνονται με μέλη του πενταμελούς ή του επταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου του Αρείου Πάγου ή του Εφετείου Αθηνών, με αυτή τη σειρά, αντίστοιχα. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αναλόγως και για τα υπηρεσιακά συμβούλια του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

4. Αν δεν υπάρχει επαρκής αριθμός υπαλλήλων των κλάδων προς πλήρωση των θέσεων των μελών του υπηρεσιακού συμβουλίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Εφετείου Θεσσαλονίκης ή του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, τα συμβούλια συγκροτούνται με τέσσερις (4) δικαστικούς λειτουργούς και στην περίπτωση του επταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου με έξι (6) δικαστικούς λειτουργούς και έναν (1) υπάλληλο των κλάδων. Ο τέταρτος ή έκτος δικαστικός λειτουργός με τον αναπληρωτή του ορίζεται με τον τρόπο που ορίζονται οι δικαστικοί λειτουργοί μέλη του υπηρεσιακού συμβουλίου. Αν στην αρμοδιότητα των υπηρεσιακών συμβουλίων του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπάγονται μόνο ένας ή δύο υπάλληλοι των κλάδων, οι θέσεις συμπληρώνονται με μέλη των αντίστοιχων υπηρεσιακών συμβουλίων του Συμβουλίου της Επικρατείας. Αν στην αρμοδιότητα του υπηρεσιακού συμβουλίου του Εφετείου Θεσσαλονίκης ή του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης υπάγονται μόνο ένας ή δύο υπάλληλοι των κλάδων, οι θέσεις συμπληρώνονται με μέλη των αντίστοιχων υπηρεσιακών συμβουλίων του Αρείου Πάγου ή του Συμβουλίου της Επικρατείας, αντίστοιχα.

5. Οι παρ. 3 και 4 εφαρμόζονται αναλόγως και όσον αφορά στη σύνθεση των υπηρεσιακών συμβουλίων.

6. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι γενικές διατάξεις του παρόντος, πλην εκείνων για τον ελάχιστο χρόνο υπηρεσίας ως προϋπόθεση για την εκλογή υπαλλήλου σε θέση μέλους υπηρεσιακού συμβουλίου.

 

Άρθρο 45

Αρμοδιότητα και διαδικασία των δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων

1. Κατά τη συζήτηση ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων καλούνται και έχουν δικαίωμα να παρίστανται και να εκφράζουν τη γνώμη τους, τα εκ των υπαλλήλων του κλάδου μέλη των αντίστοιχων υπηρεσιακών συμβουλίων.

2. Κατά τα λοιπά, ως προς την αρμοδιότητα των δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων και την ενώπιόν τους διαδικασία, εφαρμόζονται αναλόγως οι γενικές διατάξεις του παρόντος.

 

Άρθρο 46

Συλλογικά όργανα παρακολούθησης της εφαρμογής του θεσμού και εκλογής εκπροσώπων των υπαλλήλων

1. Τα άρθρα 90 και 93 του Κεφαλαίου Β’ του τέταρτου Μέρους δεν εφαρμόζονται στους υπαλλήλους του κλάδου.

2. Μέχρι την 30ή Ιουνίου του δικαστικού έτους κατά το οποίο ανέλαβαν υπηρεσία οι πρώτοι δόκιμοι υπάλληλοι του κλάδου και έκτοτε ανά τρία (3) έτη, ο αρχαιότερος από τους προέδρους των ανώτατων δικαστηρίων συγκαλεί συμβούλιο των υπαλλήλων του κλάδου. Στο συμβούλιο προσκαλούνται και οι υπάλληλοι του Κλάδου Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων προκειμένου να συμμετέχουν στις εκλογές για την ανάδειξη των μελών των υπηρεσιακών συμβουλίων. Στο συμβούλιο προεδρεύει ο αρχαιότερος υπάλληλος του κλάδου. Σε περίπτωση ύπαρξης περισσότερων υπαλλήλων αρχαιότερων, χωρίς όμως διαφοροποίηση ως προς τη μεταξύ τους αρχαιότητα, διενεργείται κλήρωση. Στο συμβούλιο ανταλλάσσονται πληροφορίες για την εφαρμογή του θεσμού και διατυπώνονται προτάσεις για τη βελτίωσή του. Στο πρώτο χρονικά συμβούλιο εκλέγονται με διακριτές ψηφοφορίες, που διενεργούνται με βάση αντίστοιχες προκηρύξεις που εκδίδει ο αρχαιότερος από τους προέδρους των ανώτατων δικαστηρίων και κοινοποιούνται μαζί με την πρόσκληση για τη συμμετοχή στο συμβούλιο, χωρίς να απαιτείται δημοσίευσή τους: α) τα μέλη εκάστου υπηρεσιακού συμβουλίου και β) τρεις εκπρόσωποι του κλάδου, ένας τακτικός και δύο αναπληρωματικοί, από τους οποίους ένας τουλάχιστον υπηρετεί στην Αθήνα και ένας στη Θεσσαλονίκη.

3. Μέχρι την 30ή Ιουνίου κάθε δικαστικού έτους κατά το οποίο δεν συγκαλείται συμβούλιο, ο αρχαιότερος από τους προέδρους των ανώτατων δικαστηρίων συγκαλεί Συμβούλιο Περιφέρειας Αθήνας - Πειραιά και Συμβούλιο Περιφέρειας Θεσσαλονίκης, στα οποία μετέχουν οι υπάλληλοι του κλάδου που υπηρετούν στα αντίστοιχα δικαστήρια, εισαγγελίες και γενικές επιτροπείες. Στα συμβούλια ανταλλάσσονται πληροφορίες για την εφαρμογή του θεσμού και διατυπώνονται προτάσεις για τη βελτίωσή του.

4. Ο αρχαιότερος από τους προέδρους των ανώτατων δικαστηρίων συγκαλεί κάθε δικαστικό έτος συμβούλιο των δικαστικών λειτουργών που προΐστανται των υπαλλήλων του κλάδου των δικαστηρίων, εισαγγελιών και γενικών επιτροπειών. Στο συμβούλιο, στο οποίο προεδρεύει ο αρχαιότερος από τους μετέχοντες δικαστικούς λειτουργούς, καλείται και ο εκπρόσωπος των υπαλλήλων του κλάδου. Σε αυτό ανταλλάσσονται πληροφορίες για την εφαρμογή του θεσμού και διατυπώνονται προτάσεις για τη βελτίωσή του.

5. Κάθε πέντε (5) έτη όσοι δικαστικοί λειτουργοί διατέλεσαν ή διατελούν προϊστάμενοι και κάθε υπάλληλος του κλάδου συντάσσουν, μέχρι την 30ή Ιουνίου του δικαστικού έτους, χωριστή έκθεση ο καθένας για την εφαρμογή του θεσμού, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει και προτάσεις για τη βελτίωσή του. Οι εκθέσεις συγκεντρώνονται από τους προϊσταμένους δικαστικούς λειτουργούς και υποβάλλονται σε καθέναν από τους προέδρους των ανώτατων δικαστηρίων, τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Σε επόμενη συνεδρίαση της Διοικητικής Ολομέλειας του οικείου ανώτατου δικαστηρίου, ενημερώνονται τα μέλη για την εφαρμογή του θεσμού και το ουσιώδες περιεχόμενο των εκθέσεων και ακολουθεί συζήτηση με σκοπό τη λήψη αποφάσεων ή τη διατύπωση προτάσεων για τη βελτίωσή του. Κατά την πρώτη εφαρμογή του θεσμού η διαδικασία αυτή λαμβάνει χώρα τρία (3) έτη μετά την ανάληψη υπηρεσίας των πρώτων δόκιμων υπαλλήλων του Κλάδου.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΕΣ ΑΔΕΙΕΣ - ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ - ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

 

Άρθρο 47

Εκπαιδευτική άδεια απουσίας στην αλλοδαπή

1. Επιτρέπεται η χορήγηση εκπαιδευτικής άδειας απουσίας στην αλλοδαπή στους υπαλλήλους του κλάδου που έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον πέντε (5) έτη υπηρεσίας από την ανάληψη των καθηκόντων τους μέχρι την έναρξη του εκπαιδευτικού έτους και δεν έχουν συμπληρώσει κατά τον χρόνο αυτό το πεντηκοστό πέμπτο (55ο) έτος της ηλικίας τους. Για να χορηγηθεί εκπαιδευτική άδεια απαιτείται ο υπάλληλος να έχει γίνει δεκτός σε αναγνωρισμένο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών σε πανεπιστήμιο της αλλοδαπής είτε ως πλήρους φοίτησης είτε ως ακαδημαϊκός επισκέπτης και να έχει πολύ καλή γνώση της γλώσσας του προγράμματος, σύμφωνα με το π.δ. 50/2001 (Α’ 39).

2. Ο αριθμός των υπαλλήλων του κλάδου, ανά τομέα του άρθρου 18, που αποστέλλονται στην αλλοδαπή με εκπαιδευτική άδεια κάθε εκπαιδευτικό έτος ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που εκδίδεται μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους. Εκπαιδευτική άδεια απουσίας στην αλλοδαπή μπορεί να επιτραπεί με την απόφαση αυτή σε έναν κατ’ ανώτατο όριο υπάλληλο κάθε τομέα.

3. Οι άδειες χορηγούνται από το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Δικαιοσύνης το αργότερο έως την 31η Μαρτίου του έτους έναρξης της άδειας, μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου, σύμφωνη γνώμη του προϊσταμένου του και του πενταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά περίπτωση. Το συμβούλιο εκφέρει τη σύμφωνη γνώμη του μετά από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης. Στην αίτηση προσδιορίζονται τα θέματα με τα οποία πρόκειται να ασχοληθεί ο υπάλληλος και επισυνάπτονται τα σχετικά δικαιολογητικά.

4. Η εκπαιδευτική άδεια χορηγείται για ένα (1) έτος και παρατείνεται, με την ίδια διαδικασία, για ένα ακόμη έτος, αν υπάρχει σπουδαίος λόγος, εφόσον ο υπάλληλος καταθέσει βεβαίωση του πανεπιστημίου ότι έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή και ότι μπορεί να ολοκληρώσει το πρόγραμμα των μεταπτυχιακών του σπουδών με τη λήψη του μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης. Αν ο υπάλληλος υπερβεί αδικαιολόγητα την άδεια που του χορηγήθηκε, στερείται τις αποδοχές για τις αντίστοιχες ημέρες, ανεξάρτητα από την πειθαρχική του ευθύνη.

5. Ο υπάλληλος που έλαβε εκπαιδευτική άδεια αναφέρει με δήλωσή του στο Υπουργείο Δικαιοσύνης την ημερομηνία αναχώρησης και εγκατάστασής του στην αλλοδαπή, την έναρξη της εκπαίδευσής του, καθώς και τον τόπο και τη διεύθυνση της διαμονής του. Στο τέλος κάθε εξαμήνου, υποβάλλει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, στον προϊστάμενό του και στον πρόεδρο του αρμόδιου γι’ αυτόν υπηρεσιακού συμβουλίου λεπτομερή έκθεση για τη συντελεσθείσα εργασία και για την πορεία της εκπαίδευσής του, με τα αποδεικτικά των σπουδών του. Προκειμένου περί ακαδημαϊκών επισκεπτών, η έκθεση υποβάλλεται ανά τρίμηνο, μαζί με βεβαιώσεις παρακολούθησης του προγράμματος από τα αρμόδια όργανα του πανεπιστημίου. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής επιφέρει την ανάκληση του υπολοίπου της εκπαιδευτικής άδειας με απόφαση του αρμόδιου για τον υπάλληλο υπηρεσιακού συμβουλίου και συνεπάγεται την πειθαρχική του ευθύνη.

6. Στον υπάλληλο που μεταβαίνει στην αλλοδαπή με εκπαιδευτική άδεια, παρέχεται επιπλέον το 50% των αποδοχών της οργανικής του θέσης, καθώς και τα έξοδα μετάβασης και επιστροφής, με ειδική αιτιολογία της απόφασης χορήγησης.

7. Η εκπαιδευτική άδεια διακόπτεται ύστερα από απόφαση του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου κατόπιν πρότασης του προϊσταμένου του υπαλλήλου, αν οι ανάγκες της υπηρεσίας το επιβάλλουν ή αν ο υπάλληλος υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα.

8. Το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή ο προϊστάμενος του υπαλλήλου που τελεί σε εκπαιδευτική άδεια στην αλλοδαπή μπορεί να αναθέσει σ’ αυτόν τη μελέτη ή έρευνα ορισμένων ζητημάτων που αφορούν στη λειτουργία των δικαστηρίων και τη σχετική με τη Δικαιοσύνη νομοθεσία ή άλλα ειδικά θέματα.

9. Ο υπάλληλος που έλαβε εκπαιδευτική άδεια είναι υποχρεωμένος μετά την επιστροφή του να υπηρετήσει για χρόνο τετραπλάσιο του χρόνου της άδειάς του.

10. Αν ο υπάλληλος δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις παρ. 5 και 9, επιστρέφει στο Δημόσιο, μέσα σε έξι (6) μήνες, τις επιπλέον αποδοχές που έλαβε κατά τον χρόνο της άδειας, καθώς και τα έξοδα μετάβασης και επιστροφής, με τον νόμιμο τόκο από τη λήψη τους. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.

 

Άρθρο 48

Εκπαιδευτική άδεια απουσίας στην ημεδαπή

1. Εκπαιδευτική άδεια απουσίας στην ημεδαπή μπορεί να χορηγείται στους υπαλλήλους του κλάδου που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 47 για την παρακολούθηση, υπό καθεστώς πλήρους φοίτησης, μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών ετήσιας διάρκειας σε σχολές νομικών, πολιτικών ή οικονομικών επιστημών.

2. Ο αριθμός των υπαλλήλων του Κλάδου που δύνανται να λάβουν εκπαιδευτική άδεια απουσίας στην ημεδαπή κάθε εκπαιδευτικό έτος ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που εκδίδεται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους. Εκπαιδευτική άδεια απουσίας στην ημεδαπή μπορεί να επιτραπεί με την απόφαση αυτή σε έναν κατ’ ανώτατο όριο υπάλληλο κάθε τομέα.

3. Στον υπάλληλο δεν καταβάλλονται πρόσθετες αποδοχές ή χρηματικά ποσά για έξοδα ή για άλλο λόγο.

4. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 47.

 

Άρθρο 49

Εκπαιδευτικές άδειες μικρής διάρκειας

Το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Δικαιοσύνης μετά από πρόταση του προϊσταμένου υπαλλήλου του κλάδου μπορεί να επιτρέψει την αποστολή του στην αλλοδαπή, προκειμένου να μετάσχει σε συνέδριο ή να παρακολουθήσει βραχύχρονο σεμινάριο ή να μετάσχει ως παρατηρητής ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο στις εργασίες ενωσιακού, διεθνούς ή αλλοδαπού δικαστηρίου. Η διάρκεια της άδειας που χορηγείται κατά το πρώτο εδάφιο δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα (1) μήνα.

 

Άρθρο 50

Διάρκεια εκπαιδευτικών αδειών

1. Ο υπάλληλος δικαιούται κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του να λάβει μία (1) φορά εκπαιδευτική άδεια απουσίας είτε στην ημεδαπή είτε στην αλλοδαπή.

2. Ο περιορισμός της παρ. 1 δεν ισχύει για τις εκπαιδευτικές άδειες μικρής διάρκειας.

 

Άρθρο 51

Δικαιώματα

1. Οι υπάλληλοι του κλάδου έχουν τα δικαιώματα των δικαστικών υπαλλήλων τα οποία προβλέπονται στο οικείο κεφάλαιο του παρόντος, με τις ακόλουθες διαφοροποιήσεις:

α) Η συμμετοχή των υπαλλήλων του κλάδου στην πολιτική ζωή της χώρας επιτρέπεται υπό τους όρους που επιτρέπεται για τους δικαστικούς λειτουργούς. Υπάλληλοι του κλάδου που παραιτούνται για να ανακηρυχθούν υποψήφιοι σε εκλογές δεν επανέρχονται στην υπηρεσία.

β) Για τη χορήγηση άδειας απουσίας από την υπηρεσία δεν απαιτείται γνώμη του προϊσταμένου της γραμματείας ή του οικείου Γενικού Συντονιστή του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

 

Άρθρο 52

Υποχρεώσεις - Γενικές διατάξεις

Οι υπάλληλοι του κλάδου έχουν τις υποχρεώσεις των δικαστικών υπαλλήλων οι οποίες προβλέπονται στο κεφάλαιο του Κώδικα, με τις ακόλουθες διαφοροποιήσεις:

α) Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται η ανάθεση σ’ αυτούς καθηκόντων άλλου κλάδου.

β) Όσον αφορά στην απαιτούμενη εχεμύθεια, τη δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης, την άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή, τη συμμετοχή σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, τα ασυμβίβαστα έργα, την κατοχή δεύτερης θέσης και τα κωλύματα λόγω συμφέροντος, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί δικαστικών υπαλλήλων, αλλά αυτές περί δικαστικών λειτουργών.

 

Άρθρο 53

Ωράριο

1. Με την επιφύλαξη του παρόντος άρθρου ο καθορισμός του ωραρίου εργασίας των δικαστικών υπαλλήλων του κλάδου διέπεται από τις γενικές διατάξεις για το ωράριο εργασίας των δικαστικών υπαλλήλων.

2. Με απόφαση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, κατόπιν συναίνεσης του τελευταίου, είναι δυνατός ο καθορισμός διαφορετικού ωραρίου εργασίας, χωρίς μεταβολή του ημερήσιου αριθμού ωρών εργασίας.

3. Ο δικαστικός ή εισαγγελικός λειτουργός που προΐσταται των υπαλλήλων του κλάδου μπορεί με πράξη του να ορίσει ότι ο υπάλληλος θα εκτελέσει συγκεκριμένο έργο κατ’ οίκον ή σε άλλο τόπο, αποδεσμεύοντάς τον από την υποχρέωση τήρησης του ωραρίου κατά το χρονικό διάστημα που εκτιμά ως αναγκαίο προς τούτο. Μετά την εκτέλεση του έργου ο προϊστάμενος σημειώνει πάνω στην πράξη ότι το έργο εκτελέστηκε και αντιστοιχεί, κατά την εκτίμησή του, στο χρονικό διάστημα για το οποίο είχε αποδεσμευθεί ο υπάλληλος. Εάν, μετά την παράδοση του έργου, ο προϊστάμενος κρίνει ότι ο χρόνος που απαιτήθηκε ήταν μεγαλύτερος από εκείνον που είχε αρχικά εκτιμηθεί, με συμπληρωματική πράξη του αποδεσμεύει τον υπάλληλο από την υποχρέωση τήρησης του ωραρίου για αντίστοιχο διάστημα.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι’

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

 

Άρθρο 54

Προσωπικό μητρώο

Για κάθε υπάλληλο του Κλάδου τηρείται προσωπικό μητρώο, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του παρόντος, σε ειδικό για τους υπαλλήλους του Κλάδου αρχείο.

 

Άρθρο 55

Εκθέσεις αξιολόγησης

1. Στο τέλος κάθε δικαστικού έτους ο προϊστάμενος του υπαλλήλου συντάσσει έκθεση αξιολόγησης.

2. Ο υπάλληλος χαρακτηρίζεται ως εξαίρετος, κατάλληλος ή ακατάλληλος, με βάση το ήθος και την ποιοτική και ποσοτική του απόδοση. Για τους χαρακτηρισμούς «εξαίρετος» και «ακατάλληλος» απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ο υπάλληλος που χαρακτηρίστηκε «ακατάλληλος» έχει δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου πενταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά περίπτωση.

3. Με τον κανονισμό του δικαστηρίου, εισαγγελίας ή γενικής επιτροπείας εξειδικεύονται τα κριτήρια της αξιολόγησης και προβλέπεται διαδικασία καταγραφής και αξιολόγησης της απόδοσης του υπαλλήλου από τους δικαστικούς ή εισαγγελικούς λειτουργούς υπό τους οποίους απασχολήθηκε, προκειμένου να ληφθούν υπόψη κατά τη σύνταξη της έκθεσης αξιολόγησης.

4. Οι γενικές διατάξεις περί εκθέσεων αξιολόγησης των δικαστικών υπαλλήλων δεν εφαρμόζονται στους υπαλλήλους του κλάδου.

 

Άρθρο 56

Ηθικές αμοιβές - Βράβευση προτάσεων ή μελετών

Οι διατάξεις του παρόντος περί ηθικών αμοιβών και βράβευσης προτάσεων ή μελετών εφαρμόζονται και στους υπαλλήλους του κλάδου.

 

Άρθρο 57

Επιλογή προϊσταμένων

Οι γενικές διατάξεις του Κεφαλαίου Ι’ περί επιλογής προϊσταμένων δεν εφαρμόζονται στους υπαλλήλους του κλάδου.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ’

ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ

 

Άρθρο 58

Κατανομή - Μετακίνηση

Οι γενικές διατάξεις περί κατανομής και μετακίνησης των δικαστικών υπαλλήλων δεν εφαρμόζονται στους υπαλλήλους του κλάδου.

 

Άρθρο 59

Μετάταξη

1. Μετάταξη υπαλλήλου του Κλάδου σε άλλο κλάδο, καθώς και υπαλλήλου άλλου κλάδου στον Κλάδο, δεν επιτρέπεται.

2. Μετάταξη υπαλλήλου του κλάδου σε άλλο τομέα δεν επιτρέπεται, εκτός από τη μετάταξη υπαλλήλου από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ή τη γενική επιτροπεία στο Συμβούλιο της Επικρατείας και αντιστρόφως. Για τη μετάταξη υπαλλήλου από το Συμβούλιο της Επικρατείας σε δικαστήριο που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και αντιστρόφως απαιτείται συναίνεση του υπαλλήλου. Για τη μετάταξη αποφασίζει το πενταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας σε πρώτο βαθμό και το επταμελές σε δεύτερο βαθμό, κατόπιν αιτήματος του υπαλλήλου ή πρότασης του προϊσταμένου του. Το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Δικαιοσύνης εκδίδει σχετική διαπιστωτική πράξη. Σε περίπτωση μετάταξης υπαλλήλου από το Συμβούλιο της Επικρατείας σε τακτικό διοικητικό δικαστήριο, μετατάσσεται υποχρεωτικά υπάλληλος τακτικού διοικητικού δικαστηρίου της Αθήνας ή του Πειραιά στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις περί μεταθέσεων των υπαλλήλων του κλάδου.

3. Οι γενικές διατάξεις περί μετάταξης των δικαστικών υπαλλήλων δεν εφαρμόζονται στους υπαλλήλους του Κλάδου.

 

Άρθρο 60

Μετάθεση

1. Μετάθεση υπαλλήλου του Κλάδου από δικαστήριο, εισαγγελία ή γενική επιτροπεία σε άλλο δικαστήριο, εισαγγελία ή γενική επιτροπεία που εδρεύει στην ίδια πόλη είναι επιτρεπτή είτε μετά από αίτηση του υπαλλήλου είτε μετά από πρόταση του προϊσταμένου του, με ή χωρίς τη συναίνεση του υπαλλήλου. Η Αθήνα και ο Πειραιάς θεωρούνται μία πόλη.

2. Μετάθεση του υπαλλήλου πλην αυτής της παρ. 1 είναι επιτρεπτή μόνο μετά από αίτηση του υπαλλήλου: α) για λόγους υγείας, β) για συνυπηρέτηση, γ) για λόγους σπουδών, δ) για αμοιβαία μετάθεση και ε) για άλλους σπουδαίους λόγους, όπως οι λόγοι αυτοί προσδιορίζονται στις γενικές διατάξεις του παρόντος.

3. Η μετάθεση διενεργείται με πράξη του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, μετά από πρόταση του πενταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά περίπτωση. Η πρόταση αυτή διατυπώνεται μετά από την αίτηση του υπαλλήλου ή την πρόταση του προϊσταμένου του και αφού ζητηθεί και ληφθεί υπόψη η γνώμη του προϊσταμένου των υπαλλήλων του κλάδου του δικαστηρίου (ή της εισαγγελίας ή της γενικής επιτροπείας) στο οποίο ζητείται η μετάθεση του υπαλλήλου. Το συμβούλιο συνεκτιμά τις υπηρεσιακές ανάγκες και το εύλογο συμφέρον του υπαλλήλου.

4. Οι μεταθέσεις διενεργούνται το συντομότερο, οποτεδήποτε.

5. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι γενικές περί μεταθέσεων διατάξεις του Κώδικα.

 

Άρθρο 61

Απόσπαση

1. Απόσπαση υπαλλήλου του κλάδου, εντός του ίδιου τομέα ή από τακτικό διοικητικό δικαστήριο ή τη Γενική Επιτροπεία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων στο Συμβούλιο της Επικρατείας και αντιστρόφως, για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο του έτους, το οποίο μπορεί να παραταθεί έως ένα ακόμη έτος, επιτρέπεται για την κάλυψη έκτακτων ή επειγουσών υπηρεσιακών αναγκών, ή για σπουδαίο προσωπικό ή οικογενειακό λόγο του υπαλλήλου.

2. Για την απόσπαση εκδίδεται απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, μετά από πρόταση του πενταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά περίπτωση. Η πρόταση αυτή διατυπώνεται μετά από αίτηση του υπαλλήλου ή πρόταση του προϊσταμένου των υπαλλήλων του κλάδου του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή της γενικής επιτροπείας στο οποίο ζητείται να αποσπαστεί ο υπάλληλος και αφού ζητηθεί και ληφθεί υπόψη η γνώμη του προϊσταμένου του υπαλλήλου. Το συμβούλιο συνεκτιμά τις υπηρεσιακές ανάγκες και το εύλογο συμφέρον του υπαλλήλου. Για την παράταση της απόσπασης ακολουθείται η ίδια διαδικασία. Το συμβούλιο μπορεί να προτείνει την πρόωρη λήξη της απόσπασης, μετά από αίτηση του υπαλλήλου, ή πρόταση ενός τουλάχιστον από τους ανωτέρω προϊσταμένους, αφού ζητήσει και λάβει υπόψη και τη γνώμη του άλλου.

3. Ο χρόνος της απόσπασης λογίζεται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στη θέση στην οποία ο υπάλληλος ανήκει οργανικά.

4. Νέα απόσπαση του υπαλλήλου δεν επιτρέπεται πριν παρέλθει τριετία από τη λήξη της προηγούμενης.

5. Μετά τη λήξη της απόσπασης ο υπάλληλος επανέρχεται αυτοδικαίως στην υπηρεσία του. Για την επάνοδο εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

6. Απαγορεύεται η απόσπαση υπαλλήλου πριν από τη μονιμοποίησή του.

7. Οι διατάξεις του Κώδικα περί απόσπασης των δικαστικών υπαλλήλων δεν καταλαμβάνουν τους υπαλλήλους του κλάδου. Ομοίως δεν τους καταλαμβάνουν ειδικές διατάξεις άλλων νομοθετημάτων περί απόσπασης των δικαστικών υπαλλήλων σε ειδικά δικαστήρια, στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης ή άλλους εθνικούς φορείς.

 

Άρθρο 62

Διαθεσιμότητα - Αργία

Οι διατάξεις του Κεφαλαίου ΙΑ’ περί διαθεσιμότητας και αργίας καταλαμβάνουν και τους υπαλλήλους του κλάδου.

 

Άρθρο 63

Πειθαρχικό δίκαιο

Οι περί πειθαρχικού δικαίου διατάξεις του Κώδικα εφαρμόζονται αναλόγως και στους υπαλλήλους του κλάδου, με τις ακόλουθες διαφοροποιήσεις:

α) Πειθαρχικά παραπτώματα των υπαλλήλων του Κλάδου είναι τα ενδεικτικώς αναφερόμενα τόσο στον Κώδικα, όσο και στις διατάξεις του ν. 1756/1988 (Α’ 35) που διέπουν το πειθαρχικό δίκαιο των δικαστικών λειτουργών, αναλόγως εφαρμοζόμενες.

β) Την πειθαρχική δίωξη ασκεί ο δικαστικός λειτουργός ή εισαγγελέας, με τον αναπληρωτή του, που είναι αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης των δικαστικών υπαλλήλων, σύμφωνα με τον Κώδικα.

γ) Σε περίπτωση κατά την οποία είναι αναγκαία, προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, η συνεκδίκαση πειθαρχικών υποθέσεων με διωκόμενους αφενός υπάλληλο ή υπαλλήλους του κλάδου, αφετέρου υπάλληλο ή υπαλλήλους άλλου κλάδου, το υπηρεσιακό πειθαρχικό συμβούλιο συγκροτείται ως εξής: α) από τους δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι είναι μέλη των υπηρεσιακών συμβουλίων τόσο του κλάδου όσο και των λοιπών κλάδων, β) από έναν υπάλληλο του κλάδου ο οποίος είναι μέλος του υπηρεσιακού συμβουλίου του κλάδου και γ) έναν υπάλληλο άλλου κλάδου ο οποίος είναι μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου των λοιπών κλάδων. Οι υπάλληλοι αυτοί επιλέγονται με κλήρωση από τους υπαλλήλους που είναι μέλη των αντίστοιχων υπηρεσιακών συμβουλίων. Οι διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως όσον αφορά στην παράσταση των εκπροσώπων των υπαλλήλων σε περίπτωση εισαγωγής της υπόθεσης σε δικαστικό πειθαρχικό συμβούλιο.

 

Άρθρο 64

Λύση της υπαλληλικής σχέσης

Ως προς τη λύση της υπαλληλικής σχέσης των υπαλλήλων του Κλάδου εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις του Κώδικα.

 

Άρθρο 65

Ειδικές διατάξεις

1. Οι δόκιμοι και οι μόνιμοι δικαστικοί υπάλληλοι του Κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου, δεν μπορούν να λαμβάνουν μέρος σε διαγωνισμούς της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, Ειρηνοδικών και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, των οποίων η προκήρυξη δημοσιεύεται εντός πενταετίας από τη δημοσίευση της πράξης διορισμού τους ως δικαστικών υπαλλήλων του Κλάδου.

2. Τα ζητήματα που αφορούν στον εισαγωγικό διαγωνισμό και την εισαγωγική εκπαίδευση ρυθμίζονται από τις ανωτέρω ειδικές για τον κλάδο αυτό διατάξεις. Ειδικά για την εισαγωγική εκπαίδευση εφαρμόζονται συμπληρωματικά και αναλόγως οι σχετικές διατάξεις της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών.

3. Οι δικαστικοί υπάλληλοι του κλάδου διέπονται από τις ανωτέρω ειδικές περί αυτών διατάξεις. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι γενικές περί δικαστικών υπαλλήλων διατάξεις του Κώδικα και της λοιπής νομοθεσίας, λαμβανομένων υπόψη της ιδιαιτερότητας του κλάδου και της οργανικής και λειτουργικής αυτοτέλειάς του. Εφαρμόζονται αναλόγως οι περί δικαστικών λειτουργών διατάξεις, όταν αυτό επιβάλλεται από την ιδιαιτερότητα του κλάδου, ιδίως σε θέματα που ανάγονται στην οργανική και λειτουργική ανεξαρτησία των υπαλλήλων αυτών έναντι της εκτελεστικής εξουσίας, της Γραμματείας των δικαστηρίων, εισαγγελιών και γενικών επιτροπειών και των ιδιωτών, καθώς και στα εχέγγυα αμεροληψίας τους.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ’

ΕΙΔΙΚΟΣ ΚΛΑΔΟΣ ΠΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ - ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

Άρθρο 66

Σύσταση οργανικών θέσεων - Κλάδος ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων

1. Συστήνονται οργανικές θέσεις του Κλάδου ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων ως εξής:

α) Από πέντε (5) θέσεις στο Συμβούλιο της Επικρατείας, τον Άρειο Πάγο και το Ελεγκτικό Συνέδριο.

β) Από δύο (2) θέσεις στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, τη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και τη Γενική Επιτροπεία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, μετά από πρόταση των Προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του Γενικού Επιτρόπου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, κατά περίπτωση, μπορεί να αυξάνονται οι θέσεις της παρ. 1 και να συστήνονται θέσεις του ανωτέρω κλάδου και σε άλλα δικαστήρια ή εισαγγελίες.

 

Άρθρο 67

Καθήκοντα

Οι δικαστικοί υπάλληλοι του κλάδου ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων υπάγονται απευθείας στον πρόεδρο του δικαστηρίου, τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή τον Γενικό Επίτροπο των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και έχουν ως καθήκον την επικουρία των αρμόδιων, κατά τον κανονισμό, οργάνων του δικαστηρίου, εισαγγελίας ή επιτροπείας όσον αφορά στην ενημέρωση του κοινού για τις δραστηριότητες και τη νομολογία τους, τη σύνταξη ανακοινώσεων, τη διοργάνωση συνεντεύξεων τύπου, τη μέριμνα για την παρουσία τους στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τη συστηματική παρακολούθηση και τον εντοπισμό οποιασδήποτε σχετικής αναφοράς, την επικοινωνία και συνεργασία με αλλοδαπά δικαστήρια, οργανισμούς, ενώσεις και δίκτυα, την οργάνωση επιστημονικών συνεδρίων και συναφών εκδηλώσεων στο εσωτερικό και το εξωτερικό, την οργάνωση επίσημων και μη επισκέψεων και την επιμέλεια σχετικών εκδόσεων, τη μέριμνα για ζητήματα εθιμοτυπίας, την οργάνωση αρχείου και κάθε άλλο ζήτημα συναφές με τις διεθνείς σχέσεις του δικαστηρίου, εισαγγελίας ή επιτροπείας και την επικοινωνία τους με το κοινό.

 

Άρθρο 68

Πλήρωση θέσεων - Τυπικά προσόντα

1. Η πλήρωση των θέσεων του Κλάδου ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων γίνεται με διαγωνισμό.

2. Οι υποψήφιοι δικαστικοί υπάλληλοι του Κλάδου ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων απαιτείται να διαθέτουν τα προσόντα που ορίζονται στο άρθρο 26 για τον Κλάδο ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου. Κατ’ εξαίρεση, υποψήφιοι δικαστικοί υπάλληλοι του κλάδου δύνανται να είναι και δικαστικοί υπάλληλοι που κατέχουν πτυχίο ημεδαπού πανεπιστημίου ή αλλοδαπού πανεπιστημίου εφόσον έχει τύχει ακαδημαϊκής ή επαγγελματικής αναγνώρισης, κατά τη νομοθεσία, γνωστικού αντικειμένου συναφούς με τον κλάδο. Η συνάφεια αυτή διαπιστώνεται με απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 70.

3. Στον διαγωνισμό γίνονται δεκτοί όσοι, κατά τον χρόνο λήξης της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων, έχουν τα προσόντα και δεν έχουν τα κωλύματα που προβλέπονται στον παρόντα.

 

Άρθρο 69

Προκήρυξη και διενέργεια του διαγωνισμού

1. Ο διαγωνισμός για την πλήρωση θέσεων δικαστικών υπαλλήλων του κλάδου ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων προκηρύσσεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, η οποία εκδίδεται μετά από πρόταση των προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και του Γενικού Επιτρόπου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, κατά περίπτωση, και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2. Στην προκήρυξη ορίζονται ο αριθμός των προς πλήρωση οργανικών θέσεων ανά δικαστήριο, εισαγγελία και γενική επιτροπεία, ο τόπος και ο χρόνος έναρξης του διαγωνισμού, εντός του μηνός Οκτωβρίου του έτους δημοσίευσης της προκήρυξης, καθώς και η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων συμμετοχής, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση της προκήρυξης, καθώς και κατάλογος των δικαιολογητικών που συνυποβάλλονται με την αίτηση συμμετοχής.

3. Το πρόγραμμα, η διαδικασία, τα εξεταστικά κέντρα διεξαγωγής του διαγωνισμού, ο ορισμός επιτηρητών, καθώς και κάθε λεπτομέρεια η οποία αναφέρεται στους υποψηφίους, τους όρους και τον τρόπο διεξαγωγής του διαγωνισμού, καθορίζονται με αποφάσεις της επιτροπής διαγωνισμού που προβλέπεται στο άρθρο 70.

4. Οι αποφάσεις της Επιτροπής αναρτώνται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και δημοσιοποιούνται και με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο.

 

Άρθρο 70

Επιτροπή του διαγωνισμού

1. Ο εισαγωγικός διαγωνισμός διενεργείται από επιτροπή που συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και αποτελείται από: α) έναν (1) Σύμβουλο της Επικρατείας, β) έναν (1) Αρεοπαγίτη, γ) έναν (1) Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δ) έναν (1) Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ε) έναν (1) Αντεπίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο στ) έναν (1) Αντεπίτροπο της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, εφόσον στην προκήρυξη περιλαμβάνονται θέσεις για τις οικείες δικαστικές υπηρεσίες, ζ) ένα (1) μέλος ΔΕΠ από τη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή και άνω ελληνικού Πανεπιστημίου στο ευρύτερο πεδίο της Επικοινωνίας και των Μέσων και, η) ένα (1) μέλος ΔΕΠ από τη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή και άνω ελληνικού Πανεπιστημίου στο ευρύτερο πεδίο των διεθνών σχέσεων, με τους αναπληρωτές τους. Με την ίδια απόφαση ορίζεται, με τον αναπληρωτή του, δικαστικός υπάλληλος ως γραμματέας της επιτροπής.

2. Τα μέλη της Επιτροπής διορίζονται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, εκτός από τους Αντεπιτρόπους οι οποίοι ορίζονται από τον Γενικό Επίτροπο, ύστερα από απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του οικείου δικαστηρίου. Της Επιτροπής προεδρεύει ο αρχαιότερος δικαστικός λειτουργός.

3. Εκτός από τα μέλη της Επιτροπής, διορίζονται επίσης από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, οκτώ (8) εξεταστές ξένων γλωσσών, μαζί με τους αναπληρωτές τους, για την εξέταση της αγγλικής, γαλλικής, γερμανικής και ιταλικής γλώσσας. Ως εξεταστές διορίζονται από Ε.Ε.ΔΙ.Π. ξένων γλωσσών των τμημάτων νομικής της χώρας, καθώς και καθηγητές από τη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή και άνω στους οποίους έχουν ανατεθεί καθήκοντα εξέτασης των ξένων γλωσσών κατά τις εισαγωγικές εξετάσεις στα μεταπτυχιακά προγράμματα των ίδιων τμημάτων, μετά από κλήρωση, από κατάλογο τον οποίο αποστέλλουν τα τρία νομικά τμήματα και ισχύει για τρία (3) έτη, εφόσον δεν τροποποιηθεί με νεότερη απόφαση των τμημάτων. Ο διορισμός γίνεται για την εξέταση κάθε ξένης γλώσσας χωριστά.

4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης ρυθμίζεται το ύψος της αποζημίωσης που λαμβάνουν τα μέλη της Επιτροπής, οι εξεταστές, οι επιτηρητές και οι γραμματείς των Επιτροπών διαγωνισμού και η διαδικασία καταβολής τους.

 

Άρθρο 71

Διεξαγωγή του διαγωνισμού

1. Ο διαγωνισμός περιλαμβάνει δύο στάδια: προκριματικό και τελικό.

2. Το προκριματικό στάδιο περιλαμβάνει τις ακόλουθες γραπτές δοκιμασίες: α) θέμα γενικής παιδείας, β) νομικό θέμα από ύλη συνταγματικού δικαίου και συνταγματικής ιστορίας, διοικητικού δικαίου, αστικού δικαίου (ουσιαστικού και δικονομικού), ποινικού δικαίου (ουσιαστικού και δικονομικού), δημοσιονομικού δικαίου και θεσμικού ευρωπαϊκού δικαίου και, γ) θέμα πολιτιστικής διπλωματίας και διεθνών σχέσεων. Καθεμία από τις δοκιμασίες του προκριματικού σταδίου έχει τρίωρη διάρκεια.

3. Επιτυχόντες κατά το στάδιο αυτό είναι όσοι βαθμολογήθηκαν με πενήντα (50) και άνω στις εκατό (100) μονάδες σε καθεμία από τις τρεις δοκιμασίες, εκτός εάν ο αριθμός τους υπερβαίνει το τριπλάσιο του αριθμού των θέσεων που προκηρύχθηκαν. Στην περίπτωση αυτή, επιτυχόντες θεωρούνται όσοι καταλαμβάνουν στη σειρά κατάταξης θέση εντός του αριθμού αυτού.

4. Οι επιτυχόντες του προκριματικού σταδίου εξετάζονται, γραπτά και προφορικά, σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες ξένες γλώσσες: αγγλική, γαλλική, γερμανική και ιταλική. Η γραπτή δοκιμασία περιλαμβάνει μετάφραση κειμένου από την ξένη γλώσσα στην ελληνική και αντίστροφα. Κάθε γραπτή εξέταση ξένης γλώσσας έχει τρίωρη διάρκεια. Στη συνέχεια εξετάζονται προφορικά και δημοσίως από την επταμελή επιτροπή επί των αντικειμένων της παρ. 1.

5. Επιτυχόντες κατά το στάδιο αυτό είναι όσοι βαθμολογήθηκαν με πενήντα (50) και άνω στις εκατό (100) μονάδες στην προφορική εξέταση και σε μία τουλάχιστον δοκιμασία που αφορά τη γνώση ξένης γλώσσας.

6. Ο οριστικός πίνακας των επιτυχόντων κυρώνεται με πράξη της Επιτροπής του διαγωνισμού και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

Άρθρο 72

Διορισμός

1. Με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τον διορισμό τους, οι επιτυχόντες στον διαγωνισμό υποβάλλουν δήλωση με τις προτιμήσεις τους όσον αφορά στο δικαστήριο ή την εισαγγελία ή τη γενική επιτροπεία όπου επιθυμούν να διοριστούν.

2. Με βάση τη σειρά επιτυχίας τους στον διαγωνισμό και τις προτιμήσεις τους καταρτίζεται κατάλογος, βάσει του οποίου γίνονται ο διορισμός και η τοποθέτησή τους σε δικαστήρια, εισαγγελίες και γενικές επιτροπείες.

3. Οι επιτυχόντες διορίζονται ως δόκιμοι υπάλληλοι του Κλάδου ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων και τοποθετούνται στο κατά την παρ. 2 δικαστήριο, εισαγγελία ή γενική επιτροπεία με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

Άρθρο 73

Δοκιμαστική υπηρεσία - Μονιμοποίηση

1. Οι δικαστικοί υπάλληλοι του κλάδου μετά τον διορισμό τους διανύουν διετή δοκιμαστική υπηρεσία. Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας αυτής επιτρέπεται να απολυθούν, με απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου, για τους λόγους και με τη διαδικασία που προβλέπονται για τους μόνιμους δικαστικούς υπαλλήλους, καθώς και για τη μη επιτυχή ολοκλήρωση της εκπαίδευσης και πρακτικής άσκησης του άρθρου 74.

2. Μέσα σε έναν (1) μήνα από τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο αποφασίζει αν ο δόκιμος δικαστικός υπάλληλος είναι κατάλληλος για μονιμοποίηση, μετά από έκθεση που υποβάλλει ο προϊστάμενός του δικαστικός λειτουργός. Αν κριθεί κατάλληλος, o δικαστικός υπάλληλος μονιμοποιείται με πράξη του οργάνου που είναι αρμόδιο για τον διορισμό. Με πράξη του ίδιου οργάνου απολύεται ο δικαστικός υπάλληλος που κρίνεται ακατάλληλος.

3. Αν η συμπλήρωση του χρόνου δοκιμαστικής υπηρεσίας παρατείνεται λόγω άδειας συνεπεία ασθένειας, κύησης, λοχείας ή ανατροφής τέκνου, η εκ των υστέρων μονιμοποίηση του υπαλλήλου ενεργεί αναδρομικά ως προς όλες τις συνέπειες.

4. Το δικαστικό συμβούλιο δύναται, με αιτιολογημένη απόφασή του, να παρατείνει τον χρόνο δοκιμαστικής υπηρεσίας για ένα (1) ακόμη έτος, εφόσον δεν μπορεί να σχηματίσει σαφή γνώμη για την καταλληλότητα του δόκιμου δικαστικού υπαλλήλου για μονιμοποίηση.

5. Οι δόκιμοι υπάλληλοι που προέρχονται από υπαλλήλους της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 26 αποκτούν την ιδιότητα του δόκιμου δικαστικού υπαλλήλου του κλάδου, διατηρώντας το μισθολογικό καθεστώς τους, εφόσον δεν άγει σε μείωση των συνολικών κατά τον Κώδικα αποδοχών τους.

6. Οι διατάξεις του κεφαλαίου περί μονιμοποίησης των δικαστικών υπαλλήλων δεν εφαρμόζονται, κατά τα λοιπά, στους υπαλλήλους του κλάδου.

 

Άρθρο 74

Εισαγωγική εκπαίδευση - Πρακτική άσκηση

1. Η εισαγωγική εκπαίδευση και η πρακτική άσκηση των υπαλλήλων που στελεχώνουν τον Κλάδο ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων διαρκεί δώδεκα (12) μήνες.

2. Αντικείμενο της εκπαίδευσης είναι η μετάδοση στους εκπαιδευομένους των αναγκαίων γνώσεων και η καλλιέργεια των συναφών δεξιοτήτων, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν στα καθήκοντα του άρθρου 67.

3. Η πρακτική άσκηση των υπαλλήλων του Τμήματος Δικαστικών Υπαλλήλων Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων υλοποιείται στο ή στα δικαστήρια που αφορά η προκήρυξη του άρθρου 69.

4. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ρυθμίζονται τα θέματα που σχετίζονται με την εισαγωγική εκπαίδευση και την πρακτική άσκηση των υπαλλήλων που στελεχώνουν τον Κλάδο ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων, τις προϋποθέσεις επιτυχούς ολοκλήρωσης της εισαγωγικής εκπαίδευσης και της πρακτικής άσκησης και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια, μετά από πρόταση τριμελούς επιτροπής που συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και αποτελείται από έναν (1) Σύμβουλο της Επικρατείας, έναν (1) Αρεοπαγίτη και έναν (1) Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

 

Άρθρο 75

Βαθμολογική κλίμακα - ένταξη

1. Οι βαθμοί των δικαστικών υπαλλήλων του Κλάδου ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων είναι οι ακόλουθοι: α) Ειδικός Δικαστικής Επικοινωνίας Α’, β) Ειδικός Δικαστικής Επικοινωνίας Β’, γ) Ειδικός Δικαστικής Επικοινωνίας Γ’, δ) Ειδικός Δικαστικής Επικοινωνίας Δ’.

2. Για την προαγωγή απαιτείται εξαετής υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό και θετική κρίση του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου.

3. Οι δικαστικοί υπάλληλοι διορίζονται με τον βαθμό του Ειδικού Δικαστικής Επικοινωνίας Δ’.

4. Όσοι υπάλληλοι επιτύχουν στον διαγωνισμό του άρθρου 71 υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 26 και είχαν τον βαθμό Β’ μεταφέρουν τον πλεονάζοντα χρόνο υπηρεσίας τους στον βαθμό του Ειδικού Δικαστικής Επικοινωνίας Δ’. Εάν είχαν τον βαθμό Α’, διορίζονται με τον βαθμό του Ειδικού Δικαστικής Επικοινωνίας Γ’. Ο πλεονάζων χρόνος υπηρεσίας τους στον βαθμό Α’, όσον αφορά τη βαθμολογική τους κατάταξη, προσμετράται κατά το ήμισυ στον βαθμό του ειδικού δικαστικής επικοινωνίας Γ’ και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη.

5. Η ένταξη σε βαθμό και ο προσδιορισμός του πλεονάζοντος σε αυτόν χρόνου γίνονται με πράξη του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης μετά από σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά περίπτωση.

6. Οι διατάξεις του παρόντος περί ένταξης των δικαστικών υπαλλήλων στη βαθμολογική κλίμακα δεν καταλαμβάνουν τους υπαλλήλους του Κλάδου.

7. Για τους δικαστικούς υπαλλήλους του Κλάδου συντάσσονται καταστάσεις, χωριστές από αυτές των λοιπών δικαστικών υπαλλήλων. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι περί των καταστάσεων αυτών γενικές διατάξεις του παρόντος.

8. Για τη διαδικασία που διέπει την προαγωγή των υπαλλήλων του Κλάδου, καθώς και για τον προσδιορισμό του χρόνου που δεν είναι ληπτέος υπόψη για την προαγωγή εφαρμόζονται αναλόγως οι γενικές διατάξεις του παρόντος.

 

Άρθρο 76

Μισθολογική κλίμακα

Οι δικαστικοί υπάλληλοι του Κλάδου ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων κατατάσσονται στα προβλεπόμενα για τους δικαστικούς υπαλλήλους μισθολογικά κλιμάκια, ανάλογα με τον χρόνο υπηρεσίας τους.

 

Άρθρο 77

Οργανικές μονάδες

1. Οι υπάλληλοι του Κλάδου ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων υπάγονται σε αυτοτελή διεύθυνση, εάν υπηρετούν σε ανώτατο δικαστήριο και, σε διαφορετική περίπτωση, σε αυτοτελές τμήμα, μη υπαγόμενο σε γενική διεύθυνση, διεύθυνση, τμήμα ή άλλη οργανική μονάδα δικαστηρίου, εισαγγελίας ή γενικής επιτροπείας.

2. Προϊστάμενοι των δικαστικών υπαλλήλων του Κλάδου είναι ο Πρόεδρος του οικείου ανώτατου δικαστηρίου ή ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ή ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή δικαστικός λειτουργός που ορίζεται από αυτόν, με τον αναπληρωτή του.

3. Μετά την πάροδο τριών ετών από την ανάληψη υπηρεσίας των πρώτων δόκιμων υπαλλήλου του Κλάδου η οικεία διοικητική ολομέλεια, αφού ακούσει τους προϊσταμένους δικαστικούς λειτουργούς και τον εκπρόσωπο των υπαλλήλων του κλάδου, που έχει εκλεγεί σύμφωνα με το άρθρο 78, δύναται με απόφασή της, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να ορίσει ότι εφεξής σε θέση προϊσταμένου διεύθυνσης ή τμήματος του κλάδου τοποθετείται υπάλληλος με βαθμό τουλάχιστον Ειδικού Δικαστικής Επικοινωνίας Γ’ για τριετή θητεία, καθώς και να ορίσει τα κριτήρια, τη διαδικασία επιλογής και τοποθέτησης και τις ειδικότερες αρμοδιότητές του.

 

Άρθρο 78

Δικαστικά και Υπηρεσιακά Συμβούλια

Δικαστικά και υπηρεσιακά συμβούλια είναι τα αρμόδια για τους υπαλλήλους του κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου. Οι υπάλληλοι του κλάδου Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων συμμετέχουν στις εκλογές για την ανάδειξη αιρετών εκπροσώπων από κοινού με τους υπαλλήλους του κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου, σύμφωνα με το άρθρο 44 και την παρ. 2 του άρθρου 46.

 

Άρθρο 79

Εκπαιδευτική άδεια

Επιτρέπονται η χορήγηση εκπαιδευτικής άδειας απουσίας στην αλλοδαπή ή την ημεδαπή, καθώς και η χορήγηση εκπαιδευτικών αδειών μικρής διάρκειας στους υπαλλήλους του Κλάδου ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων υπό τους όρους που ισχύουν για τους υπαλλήλους του Κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου.

 

Άρθρο 80

Αξιολόγηση

Για την αξιολόγηση των υπαλλήλων του κλάδου εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τον Κλάδο ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ’

ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ

 

Άρθρο 81

Κατανομή - Μετακίνηση

Οι γενικές διατάξεις περί κατανομής και μετακίνησης των δικαστικών υπαλλήλων δεν εφαρμόζονται στους υπαλλήλους του κλάδου.

 

Άρθρο 82

Μετάταξη - Μετάθεση - Απόσπαση

1. Μετάταξη υπαλλήλου του Κλάδου σε άλλο κλάδο, καθώς και υπαλλήλου άλλου κλάδου στον Κλάδο, δεν επιτρέπεται.

2. Μετάταξη υπαλλήλου του Κλάδου σε άλλο τομέα επιτρέπεται για υπηρεσιακές ανάγκες ή για σοβαρό προσωπικό λόγο. Για τη μετάταξη αποφασίζει το πενταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο του τομέα από τον οποίο ζητείται η μετάταξη σε πρώτο βαθμό και το επταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο σε δεύτερο βαθμό, κατόπιν αιτήματος του υπαλλήλου ή πρότασης του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο του τομέα προς τον οποίο ζητείται η μετάταξη. Για τη μετάταξη απαιτείται σύμφωνη γνώμη και του υπηρεσιακού συμβουλίου του τομέα προς τον οποίο ζητείται η μετάταξη, το οποίο επιλαμβάνεται μετά την εξασφάλιση θετικής σύμφωνης γνώμης από το αρχικό συμβούλιο. Το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Δικαιοσύνης εκδίδει σχετική διαπιστωτική πράξη.

3. Οι γενικές διατάξεις περί μετάταξης των δικαστικών υπαλλήλων δεν εφαρμόζονται στους υπαλλήλους του κλάδου.

4. Μετάθεση υπαλλήλου του κλάδου δεν είναι επιτρεπτή.

5. Απόσπαση υπαλλήλου του κλάδου σε άλλο τομέα είναι επιτρεπτή, υπό τους όρους του άρθρου 61, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως.

 

Άρθρο 83

Ειδικές διατάξεις

1. Οι δόκιμοι και οι μόνιμοι δικαστικοί υπάλληλοι του Κλάδου ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων, δεν μπορούν να λαμβάνουν μέρος σε διαγωνισμούς της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, Ειρηνοδικών και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, των οποίων η προκήρυξη δημοσιεύεται εντός πενταετίας από τη δημοσίευση της πράξης διορισμού τους ως δικαστικών υπαλλήλων του κλάδου.

2. Οι δικαστικοί υπάλληλοι του κλάδου διέπονται από τις ανωτέρω ειδικές περί αυτών διατάξεις. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως ο Κώδικας και η νομοθεσία, λαμβανομένων υπόψη της ιδιαιτερότητας του κλάδου και της οργανικής και λειτουργικής αυτοτέλειάς του.

 

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ

 

Άρθρο 84

Δικαστικά και υπηρεσιακά συμβούλια

1. Δικαστικά συμβούλια για τους δικαστικούς υπαλλήλους είναι τα εξής:

α. πενταμελές δικαστικό συμβούλιο στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο,

β. επταμελές δικαστικό συμβούλιο στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

2. Υπηρεσιακά συμβούλια για τους δικαστικούς υπαλλήλους είναι τα εξής:

α. πενταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο σε κάθε εφετείο και σε κάθε διοικητικό εφετείο,

β. πενταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο,

γ. επταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

 

Άρθρο 85

Συγκρότηση δικαστικών

και υπηρεσιακών συμβουλίων

1. α) Το πενταμελές δικαστικό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου συγκροτείται από τον νεότερο αντιπρόεδρο ως πρόεδρο και τέσσερις (4) Συμβούλους της Επικρατείας ή Αρεοπαγίτες ή Συμβούλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αντιστοίχως, ως μέλη.

β) Το επταμελές δικαστικό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου συγκροτείται από τον αρχαιότερο αντιπρόεδρο ως πρόεδρο και έξι (6) Συμβούλους της Επικρατείας ή Αρεοπαγίτες ή Συμβούλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αντιστοίχως, ως μέλη.

2. α) Το υπηρεσιακό συμβούλιο εφετείου συγκροτείται από τον νεότερο πρόεδρο εφετών ως πρόεδρο, έναν (1) εφέτη, έναν (1) αντεισαγγελέα εφετών και δύο (2) δικαστικούς υπαλλήλους ως μέλη.

β) Το υπηρεσιακό συμβούλιο διοικητικού εφετείου συγκροτείται από τον νεότερο πρόεδρο εφετών ως πρόεδρο, δύο (2) εφέτες και δύο (2) δικαστικούς υπαλλήλους ως μέλη.

3. α) Το πενταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας συγκροτείται από τον νεότερο αντιπρόεδρο, ως πρόεδρο, δύο (2) Συμβούλους της Επικρατείας και δύο (2) δικαστικούς υπαλλήλους του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως μέλη, όταν η κρίση του συμβουλίου αφορά σε υπάλληλο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το ίδιο συμβούλιο συγκροτείται από τον νεότερο αντιπρόεδρο, ως πρόεδρο, δύο (2) Συμβούλους της Επικρατείας και δύο (2) δικαστικούς υπαλλήλους της γραμματείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ως μέλη, όταν η κρίση του συμβουλίου αφορά σε υπάλληλο της Γενικής Επιτροπείας ή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

β) Το πενταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο του Αρείου Πάγου συγκροτείται από τον νεότερο Αντιπρόεδρο ως πρόεδρο, έναν (1) Αρεοπαγίτη, έναν (1) Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και δύο (2) δικαστικούς υπαλλήλους, ως μέλη.

γ) Το πενταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου συγκροτείται από τον νεότερο αντιπρόεδρο ως πρόεδρο, έναν (1) σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, έναν (1) αντεπίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και δύο (2) δικαστικούς υπαλλήλους ως μέλη.

δ) Το επταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας συγκροτείται από τον αρχαιότερο αντιπρόεδρο, ως πρόεδρο, τέσσερις (4) Συμβούλους της Επικρατείας και δύο (2) δικαστικούς υπαλλήλους του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως μέλη, όταν η κρίση του συμβουλίου αφορά σε υπάλληλο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το ίδιο συμβούλιο συγκροτείται από τον αρχαιότερο αντιπρόεδρο, ως πρόεδρο, τέσσερις (4) Συμβούλους της Επικρατείας και δύο (2) δικαστικούς υπαλλήλους της γραμματείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ως μέλη, όταν η κρίση του συμβουλίου αφορά σε υπάλληλο της Γενικής Επιτροπείας ή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

ε) Το επταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο του Αρείου Πάγου συγκροτείται από τον αρχαιότερο αντιπρόεδρο ως πρόεδρο, τρεις (3) αρεοπαγίτες, έναν (1) αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και δύο (2) δικαστικούς υπαλλήλους ως μέλη.

στ) Το επταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου συγκροτείται από τον αρχαιότερο αντιπρόεδρο ως πρόεδρο, τρεις (3) Συμβούλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, έναν (1) αντεπίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και δύο (2) δικαστικούς υπαλλήλους ως μέλη.

 

Άρθρο 86

Ανάδειξη μελών δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων

1. Οι δικαστικοί λειτουργοί μέλη των δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων, με ισάριθμους αναπληρωτές, αναδεικνύονται με κλήρωση που γίνεται τον Ιούνιο κάθε έτους. Η θητεία τους αρχίζει την 1η Ιουλίου του ίδιου έτους και λήγει την 30ή Ιουνίου του επομένου. Για την κλήρωση εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία η οποία ισχύει για τα ανώτατα δικαστικά συμβούλια.

2. Οι δικαστικοί λειτουργοί μέλη των υπηρεσιακών συμβουλίων των εφετείων και των διοικητικών εφετείων και οι αναπληρωτές τους αναδεικνύονται με κληρώσεις μεταξύ των εφετών που υπηρετούν στο εφετείο ή διοικητικό εφετείο και των Αντεισαγγελέων εφετών που υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών. Αν οι υπηρετούντες δεν επαρκούν, αναδεικνύονται με την ίδια διαδικασία αντιστοίχως ως τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του συμβουλίου πρόεδροι πρωτοδικών ή εισαγγελείς πρωτοδικών της εφετειακής περιφέρειας, και εφόσον αυτοί δεν επαρκούν, πρωτοδίκες ή αντεισαγγελείς πρωτοδικών που υπηρετούν στην έδρα του εφετείου.

3. Οι δικαστικοί λειτουργοί μέλη των δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων του Συμβουλίου της Επικρατείας και οι αναπληρωτές τους αναδεικνύονται με κλήρωση μεταξύ όλων των Συμβούλων της Επικρατείας.

4. Οι δικαστικοί λειτουργοί μέλη των δικαστικών συμβουλίων του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου και οι αναπληρωτές τους αναδεικνύονται με κλήρωση στην οποία μετέχουν αντιστοίχως όλοι οι Αρεοπαγίτες ή οι Σύμβουλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

5. Οι δικαστικοί λειτουργοί μέλη των υπηρεσιακών συμβουλίων του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου και οι αναπληρωτές τους αναδεικνύονται με κληρώσεις στις οποίες μετέχουν αντιστοίχως όλοι οι Αρεοπαγίτες ή οι Σύμβουλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου και όλοι οι Αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου ή οι Αντεπίτροποι της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

6. Όσοι έχουν κληρωθεί ως μέλη πρωτοβάθμιου δικαστικού ή υπηρεσιακού συμβουλίου δεν μπορούν να κληρωθούν ως μέλη του αντίστοιχου δευτεροβάθμιου συμβουλίου και αντιστρόφως.

7. Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος, ο πρόεδρος του πενταμελούς δικαστικού συμβουλίου, καθώς και του πενταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου ανώτατου δικαστηρίου αναπληρώνεται από τον αμέσως αρχαιότερό του Αντιπρόεδρο του ανώτατου δικαστηρίου. Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος, ο πρόεδρος του επταμελούς δικαστικού ή υπηρεσιακού συμβουλίου αναπληρώνεται από τον αμέσως νεότερό του Αντιπρόεδρο. Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος, ο πρόεδρος του υπηρεσιακού συμβουλίου εφετείου αναπληρώνεται από τον αμέσως αρχαιότερό του Πρόεδρο Εφετών και αν δεν υπηρετεί άλλος πρόεδρος εφετών, από τον αρχαιότερο Εφέτη.

8. Οι δικαστικοί υπάλληλοι, μέλη των υπηρεσιακών συμβουλίων και παρατηρητές στα δικαστικά συμβούλια και οι αναπληρωτές τους αναδεικνύονται με εκλογές οι οποίες διεξάγονται ανά διετία με τη χρήση ενιαίου ψηφοδελτίου και με καθολική και μυστική ψηφοφορία, το αργότερο μέχρι τη 15η Ιουνίου του έτους εκλογής.

9. Εκλόγιμοι είναι οι δικαστικοί υπάλληλοι με τουλάχιστον δέκα (10) έτη υπηρεσίας. Εξαιρούνται οι προϊστάμενοι γενικής διεύθυνσης, οι προϊστάμενοι διεύθυνσης και οι Γενικοί Συντονιστές του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ομοίως εξαιρούνται οι γραμματείς των υπηρεσιακών και δικαστικών συμβουλίων με τους αναπληρωτές τους για όσο χρόνο ασκούν τα καθήκοντα αυτά, καθώς και όσοι τελούν σε κατάσταση αργίας. Οι υπάλληλοι που τελούν σε απόσπαση έχουν το δικαίωμα να εκλέγονται στα υπηρεσιακά συμβούλια της υπηρεσίας στην οποία υπάγονται οργανικά.

10. Για την περίπτωση εκλογής ως μελών υπηρεσιακού συμβουλίου εφετείου ή διοικητικού εφετείου, οι υποψήφιοι πρέπει να υπηρετούν σε υπηρεσία της περιφέρειας του εφετείου. Αν οι υποψήφιοι δεν επαρκούν, αναδεικνύονται με την ίδια διαδικασία αντιστοίχως ως τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του συμβουλίου και δικαστικοί υπάλληλοι με υπηρεσία μικρότερη της δεκαετίας. Εάν και πάλι δεν επαρκούν οι υποψήφιοι, γίνεται κλήρωση μεταξύ όλων των δικαστικών υπαλλήλων που υπηρετούν στην έδρα του εφετείου, με επιμέλεια του Προϊσταμένου ή του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου, κατά περίπτωση.

11. Όσοι δικαστικοί υπάλληλοι έχουν εκλεγεί ως μέλη πρωτοβάθμιου υπηρεσιακού συμβουλίου, δεν μπορεί να εκλεγούν ως μέλη του δευτεροβάθμιου και αντιστρόφως.

12. Αν λυθεί η υπαλληλική σχέση τακτικού αιρετού μέλους του συμβουλίου, τακτικό μέλος ορίζεται το πρώτο αναπληρωματικό μέλος και το αναπληρωματικό μέλος αναπληρώνεται από το πρώτο στη σειρά εκλογής μέλος για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της θητείας του.

13. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη της ΟΔΥΕ και του Συλλόγου των Υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά περίπτωση, προκηρύσσονται οι εκλογές και ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες της κατά την παρ. 8 διεξαγωγής τους και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

 

Άρθρο 87

Διαδικασία ενώπιον των δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων

1. Τα πρωτοβάθμια δικαστικά και υπηρεσιακά συμβούλια επιλαμβάνονται ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης. Σε περίπτωση συναφών ερωτημάτων λαμβάνεται μέριμνα για την ενημέρωση των αρμόδιων συμβουλίων.

2. Τα δικαστικά και υπηρεσιακά συμβούλια συνεδριάζουν στο κατάστημα του δικαστηρίου. Η συνεδρίαση των πρωτοβάθμιων συμβουλίων δεν είναι δημόσια.

3. Χρέη γραμματέα των συμβουλίων ασκεί δικαστικός υπάλληλος με τουλάχιστον Β’ βαθμό. Ο γραμματέας προετοιμάζει τους σχετικούς φακέλους και αναδεικνύει το αντικείμενό τους και τη μεταξύ τους συνάφεια.

4. Ο πρόεδρος του συμβουλίου λαμβάνει μέριμνα για τη συνεκδίκαση των συναφών υποθέσεων, κατά τρόπο ώστε να αντιμετωπίζονται δίκαια τα αιτήματα των δικαστικών υπαλλήλων και να εξυπηρετείται το συμφέρον της υπηρεσίας.

5. Πριν από τη συζήτηση, τα μέλη των δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων λαμβάνουν γνώση των στοιχείων των φακέλων των κρινόμενων υποθέσεων.

6. Για τη συζήτηση των υποθέσεων ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων, καλούνται υποχρεωτικά οι εκπρόσωποι των δικαστικών υπαλλήλων που αναδείχθηκαν με τη διαδικασία του άρθρου 86. Η κλήση μαζί με την ημερήσια διάταξη κοινοποιείται σε αυτούς πέντε (5) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη συζήτηση. Οι αιρετοί εκπρόσωποι έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση των φακέλων, να παρίστανται στη συζήτηση και να εκφράζουν γνώμη, αποχωρούν δε, όταν αρχίζει η ψηφοφορία. Αν δεν γίνει νομότυπα η κατά το δεύτερο εδάφιο κλήση, η συζήτηση αναβάλλεται.

7. Κατά τις συνεδριάσεις των δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων τηρούνται πρακτικά.

8. Οι αποφάσεις και γνωμοδοτήσεις των υπηρεσιακών συμβουλίων του Συμβουλίου της Επικρατείας που αφορούν στους υπαλλήλους του τομέα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια λαμβάνονται ύστερα από γνώμη του Γενικού Επιτρόπου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ο οποίος μπορεί να την υποβάλει εγγράφως και να παραστεί για να την αναπτύξει και προφορικά.

9. Οι αποφάσεις των δικαστικών συμβουλίων του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου λαμβάνονται ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, αντιστοίχως.

10. Οι αποφάσεις και γνωμοδοτήσεις των δικαστικών συμβουλίων εκδίδονται μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη λήψη του σχετικού ερωτήματος και υποβάλλονται χωρίς καθυστέρηση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης με αντίγραφο του πρακτικού.

11. Οι αποφάσεις και γνωμοδοτήσεις των πρωτοβάθμιων δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων δεν απαγγέλλονται σε δημόσια συνεδρίαση.

 

Άρθρο 88

Αρμοδιότητα δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων

1. Το πενταμελές δικαστικό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποφασίζει σε πρώτο βαθμό για τη μονιμοποίηση και την παύση των δικαστικών υπαλλήλων για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα, ασθένεια, αναπηρία ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια.

2. Το επταμελές δικαστικό συμβούλιο αποφασίζει σε δεύτερο βαθμό επί διαφωνίας του Υπουργού Δικαιοσύνης ή προσφυγής δικαστικού υπαλλήλου κατά των αποφάσεων των πενταμελών δικαστικών συμβουλίων του ίδιου τομέα.

3. Το υπηρεσιακό συμβούλιο του εφετείου και του διοικητικού εφετείου επιλαμβάνεται σε πρώτο βαθμό για κάθε θέμα υπηρεσιακής κατάστασης και για τις πειθαρχικές υποθέσεις των δικαστικών υπαλλήλων που υπηρετούν στις γραμματείες δικαστηρίων και εισαγγελιών της περιφέρειάς τους, για την επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων τμημάτων στις ίδιες γραμματείες, καθώς και για την εξέταση των ενστάσεων κατά των εκθέσεων αξιολόγησης των δικαστικών υπαλλήλων. Για τους υπαλλήλους της γραμματείας της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αρμόδιο είναι το υπηρεσιακό συμβούλιο του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

4. Στην αρμοδιότητα του πενταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας υπάγονται:

α. Τα θέματα της παρ. 3 που αφορούν στους υπαλλήλους της γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

β. Η μετάθεση και η απόσπαση υπαλλήλων της γραμματείας των διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων από την περιφέρεια ενός διοικητικού εφετείου σε άλλη, καθώς και η απόσπαση στη γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας.

γ. Η επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων γενικών διευθύνσεων και διευθύνσεων των υπηρεσιών που αναφέρονται στην περ. β).

δ. Η απόφαση σε δεύτερο βαθμό επί διαφωνίας του Υπουργού Δικαιοσύνης ή προσφυγής δικαστικού υπαλλήλου κατά των αποφάσεων των πενταμελών υπηρεσιακών συμβουλίων των διοικητικών εφετείων.

5. Στην αρμοδιότητα του πενταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου του Αρείου Πάγου υπάγονται:

α. Τα θέματα της παρ. 3 που αφορούν στους υπαλλήλους του και τους υπαλλήλους της γραμματείας της εισαγγελίας του.

β. Η μετάθεση και η απόσπαση υπαλλήλων του δικαστηρίου αυτού και της γραμματείας της εισαγγελίας του, των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των εισαγγελιών τους από την περιφέρεια ενός εφετείου σε άλλη ή στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ή της εισαγγελίας του.

γ. Η επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων γενικών διευθύνσεων και διευθύνσεων των υπηρεσιών που προβλέπονται στην περ. β).

δ. Η απόφαση σε δεύτερο βαθμό επί διαφωνίας του Υπουργού Δικαιοσύνης ή προσφυγής δικαστικού υπαλλήλου κατά των αποφάσεων των πενταμελών υπηρεσιακών συμβουλίων των εφετείων.

6. Στην αρμοδιότητα του πενταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπάγονται τα θέματα υπηρεσιακής κατάστασης και οι πειθαρχικές υποθέσεις των υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, η επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων οργανικών μονάδων, καθώς και η εξέταση των ενστάσεων κατά των εκθέσεων αξιολόγησης των δικαστικών υπαλλήλων.

7. Το επταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο αποφασίζει σε δεύτερο βαθμό επί διαφωνίας του Υπουργού Δικαιοσύνης ή προσφυγής δικαστικού υπαλλήλου κατά των αποφάσεων των πενταμελών υπηρεσιακών συμβουλίων των ανώτατων δικαστηρίων του ίδιου κλάδου δικαιοδοσίας.

8. Τα επταμελή υπηρεσιακά συμβούλια του τομέα γνωμοδοτούν για την απονομή επαίνου και μεταλλίου διακεκριμένων πράξεων.

9. Tα δικαστικά και υπηρεσιακά συμβούλια αποφασίζουν ή γνωμοδοτούν για κάθε άλλο θέμα υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστικών υπαλλήλων, για το οποίο απαιτείται κατά νόμο απόφαση ή γνωμοδότηση, αντιστοίχως, του υπηρεσιακού συμβουλίου.

 

Άρθρο 89

Δεύτερος βαθμός κρίσης

1. Οι αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων κοινοποιούνται, με επιμέλεια του γραμματέα του συμβουλίου, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την έκδοσή τους, στους υπαλλήλους που αφορούν και διαβιβάζονται, μέσα στην ίδια προθεσμία, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Ειδικά οι αποφάσεις που αφορούν στην επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων δεν κοινοποιούνται στους δικαστικούς υπαλλήλους, αλλά αναρτώνται, μέσα στην ίδια προθεσμία, στο κατάστημα του δικαστηρίου, στο οποίο λειτουργεί το υπηρεσιακό συμβούλιο που εξέδωσε την απόφαση. Για την ανάρτηση συντάσσεται πρακτικό.

2. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, αν διαφωνεί με απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστικού ή υπηρεσιακού συμβουλίου ή με γνωμοδότησή του, που κατά τον νόμο απαιτείται να είναι σύμφωνη, μπορεί μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την ημερομηνία κοινοποίησης στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της απόφασης ή γνωμοδότησης να παραπέμψει το ερώτημα στο αρμόδιο δευτεροβάθμιο συμβούλιο για κρίση σε δεύτερο βαθμό.

3. Δικαστικός υπάλληλος που κρίθηκε δυσμενώς δικαιούται να ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης ή γνωμοδότησης του πρωτοβάθμιου συμβουλίου.

4. Η προσφυγή ασκείται με κατάθεση στον προϊστάμενο ή στον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου, της εισαγγελίας ή της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί ο προσφεύγων, μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση ή, αν στρέφεται κατά απόφασης επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων, από την ανάρτηση. Ο προϊστάμενος αποστέλλει την προσφυγή στο αρμόδιο δευτεροβάθμιο συμβούλιο μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την κατάθεσή της και μέσα στην ίδια προθεσμία διαβιβάζει αντίγραφό της στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.

5. Δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση, ο γραμματέας του δευτεροβάθμιου συμβουλίου κοινοποιεί αντίγραφο του ερωτήματος του Υπουργού Δικαιοσύνης ή της προσφυγής στους δικαστικούς υπαλλήλους που έχουν έννομο συμφέρον να αντικρούσουν το ερώτημα αυτό ή την προσφυγή. Οι δικαστικοί αυτοί υπάλληλοι δικαιούνται να υποβάλουν υπόμνημα στον γραμματέα του συμβουλίου πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση.

6. Ο δικαστικός υπάλληλος που υπέβαλε προσφυγή ή υπόμνημα έχει δικαίωμα πρόσβασης στα στοιχεία του φακέλου που τον αφορούν, υπό την ευθύνη του προέδρου του συμβουλίου, ο οποίος λαμβάνει υπόψη και συνεκτιμά το συμφέρον του υπαλλήλου, προσωπικά δεδομένα τρίτων και το δημόσιο συμφέρον και δικαιούται να αναπτύξει και προφορικά τις απόψεις του είτε αυτοπροσώπως είτε μετά ή διά πληρεξουσίου δικηγόρου. Δικαιούται επίσης να υποβάλλει υπομνήματα πριν από τη συνεδρίαση, καθώς και μετά από αυτήν εντός της προθεσμίας που θα του χορηγήσει ο πρόεδρος.

7. Οι συνεδριάσεις των δευτεροβάθμιων δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων, περιλαμβανομένων των πειθαρχικών, είναι δημόσιες. Οι διασκέψεις είναι μυστικές. Ο πρόεδρος του συμβουλίου, λαμβάνοντας υπόψη τη χωρητικότητα της αίθουσας και το εύρυθμο της διαδικασίας, μπορεί να ορίσει κατά την κρίση του τον αριθμό των προσώπων που μπορούν να μείνουν στην αίθουσα της συνεδρίασης, εφόσον δεν αναιρείται η δημοσιότητά της και να διατάξει τον αποκλεισμό των ανηλίκων και όσων εμφανίζονται ή φέρονται με τρόπο ανάρμοστο. Το συμβούλιο μπορεί, είτε κατ’ αίτηση του διωκομένου ή άλλου προσώπου είτε αυτεπαγγέλτως, να διατάξει τη διεξαγωγή της συνεδρίασης ή μέρους αυτής κεκλεισμένων των θυρών, αν συντρέχουν λόγοι δημόσιου συμφέροντος ή προς προστασία των δικαιωμάτων του διωκομένου ή άλλων προσώπων. Ο πρόεδρος του συμβουλίου διατάσσει την απομάκρυνση όσων με τη συμπεριφορά τους παρακωλύουν την ομαλή διεξαγωγή της συνεδρίασης.

8. Το δευτεροβάθμιο συμβούλιο εκδίδει και απαγγέλλει την απόφασή του σε δημόσια συνεδρίαση μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από τη λήψη της προσφυγής ή του ερωτήματος.

9. Η προθεσμία για την άσκηση διαφωνίας ή προσφυγής κατά τις παρ. 2 και 3, καθώς και η άσκησή τους αναστέλλουν την εκτέλεση των αποφάσεων των πρωτοβάθμιων δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα. Στις περιπτώσεις αυτές, ο δικαστικός υπάλληλος έχει δικαίωμα να ασκήσει αίτηση αναστολής κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστικού ή υπηρεσιακού συμβουλίου για πρόδηλη βασιμότητα ή ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη, επί της οποίας αποφαίνεται ο πρόεδρος του δευτεροβάθμιου δικαστικού ή υπηρεσιακού συμβουλίου, αφού σταθμίσει και το δημόσιο συμφέρον.

10. Ειδικές διατάξεις του Κώδικα για τη διαδικασία ενώπιον των δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων κατισχύουν του παρόντος άρθρου για το αντικείμενο που ρυθμίζουν.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΕΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΙΣ

 

Άρθρο 90

Υπηρεσιακές συνελεύσεις δικαστικών υπαλλήλων

1. Σε κάθε δικαστήριο και εισαγγελία, καθώς και στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων λειτουργεί υπηρεσιακή συνέλευση που αποτελείται από τους δικαστικούς υπαλλήλους του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας. Ειδικά στο Ελεγκτικό Συνέδριο λειτουργούν υπηρεσιακές συνελεύσεις στην κεντρική υπηρεσία και σε κάθε υπηρεσία της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο στις λοιπές πλην της Αττικής περιφέρειες.

2. Στην υπηρεσιακή συνέλευση προεδρεύει ο δικαστικός υπάλληλος που διευθύνει τις υπηρεσίες της γραμματείας του δικαστηρίου, της εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Στην υπηρεσιακή συνέλευση της κεντρικής υπηρεσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου προεδρεύει ο αρμόδιος Γενικός Συντονιστής και σε κάθε Υπηρεσία της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο στις λοιπές πλην Αττικής περιφέρειες, ο Επίτροπος. Στις περιφέρειες όπου λειτουργούν περισσότερες από μία Υπηρεσίες Επιτρόπου, μπορεί να λειτουργήσει κοινή υπηρεσιακή συνέλευση, στην οποία προεδρεύει ο αρχαιότερος Επίτροπος. Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματός του, προεδρεύει ο νόμιμος αναπληρωτής του.

3. Η υπηρεσιακή συνέλευση συγκαλείται από τον πρόεδρό της ή, σε περίπτωση έλλειψης, απουσίας ή κωλύματός του, από τον αναπληρωτή του, τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος. Κατά τη συνέλευση αυτή συζητούνται υποχρεωτικώς τα θέματα που αναφέρονται στις περ. α), β) και γ) του άρθρου 91. Συγκαλείται επίσης υποχρεωτικώς:

α) δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της ολομέλειας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας για την κατάρτιση, συμπλήρωση, τροποποίηση, αντικατάσταση ή κατάργηση διατάξεων του κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας και β) αν το ζητήσουν περισσότερα από το 1/3 των μελών της με αίτησή τους προς τον πρόεδρο της συνέλευσης. Στην αίτηση προτείνονται τα θέματα και ο εισηγητής. Στην περίπτωση αυτή η υπηρεσιακή συνέλευση συγκαλείται υποχρεωτικώς από τον πρόεδρο μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και έχει ως θέματα ημερήσιας διάταξης εκείνα που προτείνονται με αυτή. Ειδικά για το Ελεγκτικό Συνέδριο, οι υποχρεώσεις της παρούσας ισχύουν μόνο για την υπηρεσιακή συνέλευση της κεντρικής υπηρεσίας.

 

Άρθρο 91

Αρμοδιότητα υπηρεσιακής συνέλευσης

Στην αρμοδιότητα της υπηρεσιακής συνέλευσης ανήκουν:

α. η υποβολή προτάσεων για: αα) την κατανομή των θέσεων και τον προγραμματισμό των προσλήψεων,

αβ) τον προγραμματισμό των εργασιών της γραμματείας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, αγ) την κατάρτιση, συμπλήρωση, τροποποίηση, αντικατάσταση ή κατάργηση διατάξεων του κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, αδ) τα κριτήρια επιλογής των δικαστικών υπαλλήλων για τη συμμετοχή σε επιτροπές, συμβούλια και κάθε είδους συλλογικά όργανα που προβλέπονται από τον νόμο ή τον κανονισμό του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, αε) τα κριτήρια τοποθέτησης και μετακίνησης των υπαλλήλων,

β. η αξιολόγηση των εργασιών της γραμματείας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων,

γ. η συζήτηση επί των εκθέσεων των υπαλλήλων στις οποίες περιέχονται διαπιστώσεις και προτάσεις για την καλύτερη οργάνωση και λειτουργία της υπηρεσίας,

δ. κάθε θέμα, το οποίο ανατίθεται στην υπηρεσιακή συνέλευση από ειδικές διατάξεις.

 

Άρθρο 92

Σύγκληση της υπηρεσιακής συνέλευσης

1. Η πρόσκληση για τη σύγκληση της υπηρεσιακής συνέλευσης, με τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, αναρτάται στα δικαστικά καταστήματα, με επιμέλεια του προέδρου της, δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημερομηνία της συνεδρίασης. Ο πρόεδρος της υπηρεσιακής συνέλευσης υποχρεούται να έχει στη διάθεση κάθε ενδιαφερόμενου μέλους τις εισηγήσεις και τα πληροφοριακά στοιχεία που υπάρχουν για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Τα θέματα της ημερήσιας διάταξης εισηγείται ο πρόεδρος της υπηρεσιακής συνέλευσης ή μέλος της, που ορίζεται από τον ίδιο, ή το μέλος που έχει προταθεί με την αίτηση σύγκλησης της συνέλευσης που υποβλήθηκε σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 90.

2. Στην υπηρεσιακή συνέλευση καλούνται δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημερομηνία της συνεδρίασης και μπορούν να παρίστανται:

α) Ο πρόεδρος και τα μέλη του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή ο δικαστικός λειτουργός που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή τη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων.

β) Ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και ο γενικός γραμματέας της συνδικαλιστικής οργάνωσης των δικαστικών υπαλλήλων ή τρεις εκπρόσωποί τους, που ορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της συνδικαλιστικής οργάνωσης και,

γ) εκπρόσωπος του δικηγορικού συλλόγου, ο οποίος ορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου.

Οι ανωτέρω μπορούν να υποβάλλουν έγγραφες προτάσεις, τις οποίες, εφόσον το επιθυμούν, αναπτύσσουν αμέσως μετά την εισήγηση.

3. Η υπηρεσιακή συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία όταν είναι παρόντα το πενήντα τοις εκατό (50%) συν ένα των μελών της. Αν δεν υπάρχει απαρτία, η υπηρεσιακή συνέλευση συγκαλείται πάλι την πέμπτη (5η) εργάσιμη ημέρα από την αρχική ημερομηνία συνεδρίασης και συνεδριάζει εφόσον παρίσταται το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον των μελών της.

4. Οι αποφάσεις της υπηρεσιακής συνέλευσης λαμβάνονται με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών και εφόσον σε κάθε περίπτωση υπάρχει απαρτία. Αν δεν σχηματιστεί απόλυτη πλειοψηφία, επαναλαμβάνεται η ψηφοφορία μεταξύ των δύο επικρατέστερων γνωμών.

5. Σε κάθε υπηρεσιακή συνέλευση τηρούνται πρακτικά με ευθύνη του προέδρου της. Για τον σκοπό αυτόν, στην αρχή της συνεδρίασης ορίζονται από τον πρόεδρο, ως γραμματείς, δύο από τα μέλη της υπηρεσιακής συνέλευσης.

6. Τα πρακτικά και οι αποφάσεις υπογράφονται από τον πρόεδρο και τους γραμματείς της υπηρεσιακής συνέλευσης και αποστέλλονται α) στον Υπουργό Δικαιοσύνης, β) στον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, γ) στον πρόεδρο και στα μέλη του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή στον δικαστικό λειτουργό που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή τη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, στον δικηγορικό σύλλογο, στην πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση των δικαστικών υπαλλήλων ή στον Σύλλογο Υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην ένωση δικαστικών λειτουργών και στην Ομοσπονδία Δικαστικών Υπαλλήλων Ελλάδος (Ο.Δ.Υ.Ε.).

 

Άρθρο 93

Συσκέψεις προϊσταμένων οργανικών μονάδων

1. Στις γραμματείες των δικαστηρίων και εισαγγελιών όπου, σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσίας, υπάρχουν περισσότερες από τρεις (3) οργανικές μονάδες, λειτουργεί σύσκεψη προϊσταμένων οργανικών μονάδων που αποτελείται υποχρεωτικά από όλους τους δικαστικούς υπαλλήλους που ασκούν χρέη προϊσταμένου διεύθυνσης και προϊσταμένου τμήματος.

2. Στην αρμοδιότητα της σύσκεψης ανήκουν: α) η υποβολή προτάσεων και εισηγήσεων προς την υπηρεσιακή συνέλευση για τα θέματα που προβλέπονται στο άρθρο 91, β) ο έλεγχος της υλοποίησης των αποφάσεων της υπηρεσιακής συνέλευσης, και γ) κάθε άλλο θέμα που ανατίθεται σε αυτήν με απόφαση της υπηρεσιακής συνέλευσης.

3. Η σύσκεψη των προϊσταμένων οργανικών μονάδων συγκαλείται από τον δικαστικό υπάλληλο που διευθύνει τις υπηρεσίες της γραμματείας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή τον αρχαιότερο προϊστάμενο διεύθυνσης ή τον αρχαιότερο προϊστάμενο τμήματος ή, αν το ζητήσει το ένα τρίτο (1/3) των υπηρετούντων προϊσταμένων, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να είναι μικρότερος από δύο (2). Στη σύσκεψη προεδρεύει ο αρχαιότερος προϊστάμενος και σε περίπτωση που υπάρχουν περισσότεροι, ο προϊστάμενος που έχει τον περισσότερο χρόνο υπηρεσίας στον Α’ βαθμό.

4. Σε κάθε σύσκεψη τηρούνται πρακτικά με ευθύνη του προέδρου της. Τα πρακτικά και οι αποφάσεις υπογράφονται και αποστέλλονται στον πρόεδρο και τα μέλη του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή στον δικαστικό λειτουργό που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, καθώς και στον δικαστικό υπάλληλο που διευθύνει τις υπηρεσίες της γραμματείας του δικαστηρίου.

5. Ειδικότερα θέματα που άπτονται της λειτουργίας της σύσκεψης ρυθμίζονται από τον «Κανονισμό λειτουργίας της σύσκεψης προϊσταμένων οργανικών μονάδων» που εγκρίνεται από την υπηρεσιακή συνέλευση.

 

 

ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ - ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

 

Άρθρο 94

Δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης

1. Η έκφραση των πολιτικών, φιλοσοφικών και θρησκευτικών πεποιθήσεων και των επιστημονικών απόψεων, καθώς και η υπηρεσιακή κριτική των πράξεων της προϊσταμένης αρχής, εφόσον ασκείται με σεβασμό, αποτελούν δικαίωμα των δικαστικών υπαλλήλων που τελεί υπό την εγγύηση του κράτους. Καμία διάκριση δεν γίνεται στους δικαστικούς υπαλλήλους λόγω των πεποιθήσεων ή των απόψεών τους ή της κατά τα ανωτέρω υπηρεσιακής κριτικής πράξεων της προϊσταμένης αρχής.

2. Η συμμετοχή των υπαλλήλων στην πολιτική ζωή της χώρας επιτρέπεται.

3. Οι δικαστικοί υπάλληλοι δεν εκδηλώνουν ή διαδίδουν τις πολιτικές, φιλοσοφικές ή θρησκευτικές τους πεποιθήσεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή χρησιμοποιώντας την ιδιότητά τους.

 

Άρθρο 95

Συνδικαλιστικά δικαιώματα

1. Η συνδικαλιστική ελευθερία και η ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών με αυτή δικαιωμάτων διασφαλίζονται στους δικαστικούς υπαλλήλους.

2. Οι δικαστικοί υπάλληλοι μπορούν ελεύθερα, τηρώντας τον νόμο, να ιδρύουν συνδικαλιστικές οργανώσεις, να γίνονται μέλη τους και να ασκούν τα συνδικαλιστικά τους δικαιώματα.

3. Οι δικαστικοί υπάλληλοι έχουν δικαίωμα προσφυγής σε απεργία για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών, κοινωνικών και ασφαλιστικών συμφερόντων τους. Το δικαίωμα της απεργίας ασκείται σύμφωνα με τον νόμο που το ρυθμίζει.

4. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις διαβουλεύονται και διαπραγματεύονται με τις αρμόδιες αρχές για τους όρους και τις συνθήκες εργασίας των μελών τους.

 

Άρθρο 96

Δικαίωμα άσκησης καθηκόντων

Ο δικαστικός υπάλληλος έχει δικαίωμα να εκτελεί τα καθήκοντα του κλάδου στον οποίο ανήκει και της ειδικότητάς του, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 112.

 

Άρθρο 97

Αποδοχές - Έξοδα μετακίνησης

1. Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται μισθό και τις κάθε είδους αμοιβές και απολαβές που καθορίζονται από τη νομοθεσία.

2. Η αξίωση του δικαστικού υπαλλήλου για τον μισθό αρχίζει από την ανάληψη της υπηρεσίας και παύει με τη λύση της υπαλληλικής σχέσης, με την επιφύλαξη της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας περί αποδοχών.

3. Οι αποδοχές του δικαστικού υπαλλήλου προκαταβάλλονται κάθε δεκαπενθήμερο.

4. Οι κάθε είδους πρόσθετες αποδοχές ή απολαβές του δικαστικού υπαλλήλου δεν είναι κατά μήνα ανώτερες από το σύνολο των αποδοχών της οργανικής του θέσης. Τα οδοιπορικά έξοδα και η αποζημίωση για υπηρεσία εκτός έδρας, τα έξοδα μετακίνησης εκτός γραφείου για εκτέλεση υπηρεσίας εντός της έδρας και κάθε αποζημίωση που δικαιούται ο δικαστικός υπάλληλος για δαπάνη που αποδεδειγμένα πραγματοποιεί για την εκτέλεση υπηρεσίας δεν υπάγονται στον ανωτέρω περιορισμό.

5. Η αξίωση για πλήρη μισθό του δικαστικού υπαλλήλου, ο οποίος ανακαλείται από την κατάσταση της διαθεσιμότητας ή της αργίας, αρχίζει από την εκ νέου ανάληψη των καθηκόντων του.

6. Μετά τη λήξη του χρόνου αναρρωτικής άδειας ή διαθεσιμότητας και εφόσον εκκρεμεί διαδικασία απόλυσης του δικαστικού υπαλλήλου λόγω σωματικής ή πνευματικής αναπηρίας για την εκτέλεση καθηκόντων δικαστικού υπαλλήλου, καταβάλλεται ο μισθός της διαθεσιμότητας, μέχρις ότου λυθεί η υπαλληλική σχέση.

7. Μισθός δεν οφείλεται για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο δικαστικός υπάλληλος δεν εργάστηκε από υπαιτιότητά του. Στην περίπτωση αυτή ο προϊστάμενος της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί ο δικαστικός υπάλληλος, με αιτιολογημένη πράξη του, που εκδίδεται μετά από ακρόαση του υπαλλήλου, διατάσσει την περικοπή του μισθού. Η πράξη διαβιβάζεται στο αρμόδιο για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανο, για να προβεί με πράξη του στην περικοπή. Κατά των πράξεων αυτών, που κοινοποιούνται με απόδειξη στον δικαστικό υπάλληλο, επιτρέπεται προσφυγή που ασκείται ενώπιον του υπηρεσιακού συμβουλίου μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κοινοποίηση. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκησή της έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Κατά της απόφασης του συμβουλίου αυτού δεν χωρεί προσφυγή στο δευτεροβάθμιο συμβούλιο.

8. Ως προς την κάλυψη των δαπανών και την αποζημίωση των δικαστικών υπαλλήλων που μετακινούνται εντός και εκτός της επικράτειας για υπηρεσιακούς λόγους, εφαρμόζονται ο ν. 4354/2015 (Α’ 176) και η υποπαρ. Δ9 της παρ. Δ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α’ 94).

 

Άρθρο 98

Όροι υγιεινής και ασφάλειας

1. Στους δικαστικούς υπαλλήλους παρέχονται οι χώροι και τα κατάλληλα μέσα, ώστε να εργάζονται υπό συνθήκες ασφάλειας, υγιεινής και αξιοπρέπειας, λαμβάνοντας ιδιαίτερη μέριμνα για τους δικαστικούς υπαλλήλους με αναπηρία, ώστε να μπορούν να εκτελούν τα καθήκοντά τους.

2. Η Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Δικαιοσύνης μεριμνά για τη διασφάλιση των κατά την παρ. 1 συνθηκών εργασίας.

 

Άρθρο 99

Υγειονομική περίθαλψη - Έξοδα κηδείας

1. Ο δικαστικός υπάλληλος έχει δικαίωμα να εξασφαλίζεται στον ίδιο και στην οικογένειά του υγειονομική περίθαλψη, νοσοκομειακή, ιατρική και φαρμακευτική. Ως οικογένεια νοείται και εκείνη που προκύπτει από σύμφωνο συμβίωσης.

2. Η υπηρεσία καταβάλει τα έξοδα κηδείας του δικαστικού υπαλλήλου, του συζύγου ή του ετέρου μέρους του συμφώνου συμβίωσης και των τέκνων τους, εφόσον αυτοί προστατεύονταν και συντηρούνταν από αυτόν. Από τα έξοδα αυτά εκπίπτει κάθε ποσό που καταβάλλεται για την ίδια αιτία από ασφαλιστικό οργανισμό ή από οποιονδήποτε άλλο φορέα.

3. Ως προς τους φορείς, τις προϋποθέσεις και τον τρόπο παροχής υγειονομικής περίθαλψης στον δικαστικό υπάλληλο και στα μέλη της οικογένειάς του που δικαιούνται περίθαλψη, τη συμμετοχή στις σχετικές δαπάνες, καθώς και ως προς τις προϋποθέσεις, το ύψος και τον τρόπο καταβολής των εξόδων κηδείας, εφαρμόζεται ο ν. 3528/2007 (Α’ 26) για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους.

 

Άρθρο 100

Άδειες απουσίας - Αρμοδιότητα χορήγησης

1. Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται άδειες απουσίας από την υπηρεσία του, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα επόμενα άρθρα.

2. Οι άδειες, με την επιφύλαξη της παρ. 3, χορηγούνται από τον διευθύνοντα το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή τη Γενική Επιτροπεία των διοικητικών δικαστηρίων, ύστερα από αίτηση του δικαστικού υπαλλήλου και γνώμη του προϊσταμένου της γραμματείας. Στους υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου οι άδειες χορηγούνται από τον πρόεδρο ή τον κατ’ εξουσιοδότηση αυτού αντιπρόεδρο, ύστερα από γνώμη του άμεσου προϊσταμένου του υπαλλήλου και του γενικού συντονιστή και, για τους υπαλλήλους της Γενικής Επιτροπείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, από τον γενικό επίτροπο αυτής, ύστερα από γνώμη του Γενικού Συντονιστή Διοικητικής Υποστήριξης.

3. Οι άδειες των άρθρων 101, 103, 104 και της παρ. 2 του άρθρου 106 χορηγούνται από τον προϊστάμενο της Γραμματείας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Στους υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου οι ανωτέρω άδειες χορηγούνται από τον οικείο Γενικό Συντονιστή.

 

Άρθρο 101

Κανονικές άδειες

1. Ο δικαστικός υπάλληλος ο οποίος έχει συμπληρώσει πραγματική υπηρεσία ενός (1) έτους, δικαιούται σε κάθε ημερολογιακό έτος κανονική άδεια απουσίας είκοσι πέντε (25) εργάσιμων ημερών.

2. Με απόφαση του αρμοδίου οργάνου προσαυξάνεται έως πέντε (5) εργάσιμες ημέρες η διάρκεια της κανονικής άδειας για τους δικαστικούς υπαλλήλους που υπηρετούν στις παραμεθόριες περιοχές.

3. Πριν από τη συμπλήρωση έτους και εφόσον έχουν παρέλθει δύο (2) μήνες από τον διορισμό του, ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται κανονική άδεια δύο (2) ημερών για κάθε μήνα υπηρεσίας. Η άδεια αυτή δεν μπορεί να υπερβεί τον συνολικό αριθμό των ημερών κανονικής άδειας που δικαιούται ο υπάλληλος κατά ημερολογιακό έτος.

4. Η κανονική άδεια χορηγείται υποχρεωτικώς στον δικαστικό υπάλληλο κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους και αν ακόμη δεν τη ζητήσει. Για τον ειδικότερο καθορισμό του χρόνου χορήγησής της λαμβάνεται υπόψη το αίτημα του υπαλλήλου σε συνδυασμό με τις υπηρεσιακές ανάγκες.

5. Με αιτιολογημένη πράξη, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία της παρ. 2 του άρθρου 100, επιτρέπεται να μη χορηγείται, να περιορίζεται ή να ανακαλείται η κανονική άδεια, προκειμένου να αντιμετωπιστούν έκτακτες ανάγκες της υπηρεσίας.

6. Η άδεια που δεν χορηγήθηκε κατ’ εφαρμογή της παρ. 5 χορηγείται υποχρεωτικά το επόμενο έτος και έως τις 30 Ιουνίου.

7. Από τον χρόνο της κανονικής άδειας αφαιρείται ο χρόνος κάθε αδικαιολόγητης απουσίας.

8. Υπάλληλος με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 50% δικαιούται την προβλεπόμενη στην παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 2643/1998 (Α’ 220) επαύξηση της ετήσιας άδειας κατά έξι (6) εργάσιμες ημέρες.

 

Άρθρο 102

Απουσία κατά την περίοδο των δικαστικών διακοπών

Ο δικαστικός υπάλληλος έχει κατά την περίοδο των δικαστικών διακοπών δικαίωμα απουσίας για δέκα (10) εργάσιμες ημέρες. Η απουσία εγκρίνεται με βάση τις ανάγκες της υπηρεσίας και κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 100.

 

Άρθρο 103

Άδειες μητρότητας

1. Στη δικαστική υπάλληλο χορηγείται άδεια μητρότητας με πλήρεις αποδοχές δύο (2) μήνες πριν από τον τοκετό (άδεια κύησης) και τρεις (3) μήνες μετά (άδεια λοχείας). Η άδεια κύησης χορηγείται ύστερα από βεβαίωση του θεράποντος ιατρού για τον πιθανολογούμενο χρόνο τοκετού. Σε περίπτωση απόκτησης τέκνου πέραν του τρίτου, η άδεια μετά τον τοκετό προσαυξάνεται κατά δύο (2) μήνες κάθε φορά. Σε περίπτωση πολύδυμης κύησης, η άδεια λοχείας αυξάνεται κατά έναν (1) μήνα για κάθε τέκνο πέραν του ενός.

2. Όταν ο τοκετός πραγματοποιείται σε χρόνο μεταγενέστερο από αυτόν που είχε πιθανολογηθεί, η άδεια που έχει χορηγηθεί παρατείνεται μέχρι την πραγματική ημερομηνία του τοκετού, χωρίς αυτή η παράταση να συνεπάγεται αντίστοιχη μείωση του χρόνου της άδειας που χορηγείται μετά τον τοκετό. Όταν ο τοκετός πραγματοποιηθεί σε χρόνο προγενέστερο από αυτόν που είχε πιθανολογηθεί, το υπόλοιπο της άδειας χορηγείται μετά τον τοκετό, ώστε να εξασφαλιστεί συνολικός χρόνος πέντε (5) μηνών.

3. Στην κυοφορούσα δικαστική υπάλληλο, που έχει ανάγκη ειδικής κατ’ οίκον θεραπείας πέρα από το όριο της αναρρωτικής άδειας με αποδοχές, χορηγείται άδεια με πλήρεις αποδοχές, εφόσον υποβληθεί σχετική βεβαίωση του θεράποντος ιατρού και διευθυντή γυναικολογικής ή μαιευτικής κλινικής ή τμήματος δημόσιου νοσηλευτικού ιδρύματος.

4. Σε περίπτωση τοκετού με νεκρό κύημα, χορηγείται στη δικαστική υπάλληλο άδεια είκοσι (20) ημερών με πλήρεις αποδοχές, εφόσον αυτή έχει εξαντλήσει τα χρονικά όρια της αναρρωτικής άδειας.

5. Σε δικαστικό υπάλληλο που υιοθετεί ή αναδέχεται τέκνο ή αποκτά τέκνο με τη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας, χορηγείται άδεια τριών (3) μηνών με πλήρεις αποδοχές μέσα στο πρώτο εξάμηνο μετά την περάτωση της διαδικασίας της υιοθεσίας ή της αναδοχής, εφόσον το τέκνο είναι ηλικίας έως έξι (6) ετών. Ένας μήνας από την άδεια μπορεί να καλύπτει απουσία του υπαλλήλου κατά το προ της υιοθεσίας ή της αναδοχής διάστημα.

 

Άρθρο 104

Γονικές άδειες ανατροφής τέκνου

1. Στον φυσικό, θετό ή ανάδοχο γονέα δικαστικό υπάλληλο, που έχει τέκνο ηλικίας έως έξι (6) ετών, ή έως οκτώ (8) ετών εφόσον η υιοθεσία ή η αναδοχή δεν έχει ολοκληρωθεί έως τα έξι (6) έτη, χορηγείται υποχρεωτικά, ύστερα από αίτησή του, γονική άδεια ανατροφής του τέκνου έως δύο (2) έτη, χωρίς αποδοχές. Διάστημα τριών (3) μηνών της άδειας αυτής χορηγείται με πλήρεις αποδοχές στην περίπτωση απόκτησης τρίτου τέκνου και άνω. Ο χρόνος της άδειας αυτής (χωρίς αποδοχές) δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας. Η άδεια αυτή χορηγείται μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας.

2. Ο χρόνος εργασίας του γονέα δικαστικού υπαλλήλου μειώνεται κατά δύο (2) ώρες ημερησίως εφόσον έχει τέκνα ηλικίας έως δύο (2) ετών και κατά μία (1) ώρα, εφόσον έχει τέκνα ηλικίας από δύο (2) έως τεσσάρων (4) ετών. Ο γονέας δικαστικός υπάλληλος δικαιούται εννέα (9) μήνες άδεια με αποδοχές για ανατροφή τέκνου, εφόσον δεν κάνει χρήση του κατά το πρώτο εδάφιο μειωμένου ωραρίου.

3. Υπάλληλος που υιοθετεί ή αναδέχεται τέκνο ηλικίας έως τεσσάρων (4) ετών, δικαιούται, κατ’ εξαίρεση, τη χορήγηση του συνόλου της άδειας των εννέα (9) μηνών που προβλέπεται στην παρούσα, εφόσον, μετά από την άδεια της παρ. 5 του άρθρου 103 και μέχρι το τέκνο να συμπληρώσει την ηλικία των τεσσάρων (4) ετών, αιτηθεί να του χορηγηθεί η συνεχόμενη άδεια έναντι της διευκόλυνσης του μειωμένου ωραρίου. Εάν μέχρι τη συμπλήρωση των τεσσάρων (4) ετών απομένει διάστημα μικρότερο των εννέα (9) μηνών, χορηγείται άδεια για το διάστημα που υπολείπεται.

4. Για τον γονέα που είναι άγαμος ή χήρος ή διαζευγμένος ή έχει αναπηρία 67% και άνω, το κατά μία ώρα μειωμένο ωράριο του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 παρατείνεται κατά έξι (6) μήνες ή η άδεια του ίδιου εδαφίου προσαυξάνεται κατά ένα (1) μήνα αντίστοιχα. Στην περίπτωση γέννησης τέταρτου τέκνου, το μειωμένο ωράριο εργασίας παρατείνεται κατά δύο (2) ακόμα έτη. Σε περίπτωση γέννησης διδύμων, τριδύμων, κ.λπ. τέκνων χορηγείται επιπλέον άδεια ανατροφής χρονικής διάρκειας έξι (6) μηνών με αποδοχές για κάθε τέκνο πέραν του ενός.

5. Αν και οι δύο γονείς είναι δικαστικοί υπάλληλοι, με κοινή τους δήλωση που κατατίθεται στις υπηρεσίες τους καθορίζεται ποιος από τους δύο θα κάνει χρήση του μειωμένου ωραρίου ή της άδειας ανατροφής, εκτός αν με την κοινή τους δήλωση καθορίσουν χρονικά διαστήματα που ο καθένας θα κάνει χρήση, αλλά πάντοτε διαδοχικώς και μέσα στα χρονικά όρια της παρ. 2. Αν σύζυγος ή έτερο μέρος του συμφώνου συμβίωσης του ή της υπαλλήλου υπηρετεί ή εργάζεται στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, εφόσον δικαιούται όμοιων, ολικώς ή μερικώς, διευκολύνσεων, ο ή η σύζυγος ή το έτερο μέρος του συμφώνου συμβίωσης δικαστικός υπάλληλος δικαιούται να κάνει χρήση των διευκολύνσεων της παρ. 2 κατά το μέρος που η ή ο σύζυγος αυτής ή το έτερο μέρος του συμφώνου συμβίωσης δεν κάνει χρήση των δικών της ή των δικών του δικαιωμάτων ή κατά το μέρος που αυτά υπολείπονται των διευκολύνσεων της παρ. 2.

6. Όταν ο ένας γονέας λάβει την άδεια της παρ. 1, ο άλλος δεν έχει το δικαίωμα να κάνει χρήση των διευκολύνσεων της παρ. 2 για το ίδιο διάστημα.

7. Σε περίπτωση διάστασης, διαζυγίου, χηρείας ή γέννησης τέκνου χωρίς γάμο ή εκτός συμφώνου συμβίωσης των γονέων του, την άδεια της παρ. 1 και τις διευκολύνσεις της παρ. 2 δικαιούται ο γονέας με τον οποίον διαμένει το τέκνο.

8. Ο δικαστικός υπάλληλος, εφόσον έχει τέκνο που παρακολουθεί μαθήματα πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δικαιούται, ύστερα από αίτησή του που εγκρίνεται από τον άμεσο προϊστάμενό του, να απουσιάσει έως τέσσερις (4) ή τρεις (3) ημέρες, αντιστοίχως, κάθε σχολικό έτος για την παρακολούθηση της σχολικής του επίδοσης. Η άδεια χορηγείται μετά από υπεύθυνη δήλωση ότι δεν κάνει χρήση της ίδιας άδειας ο έτερος γονέας.

9. Δικαστικοί υπάλληλοι που έχουν ανήλικα τέκνα δικαιούνται άδεια με αποδοχές έως τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες για κάθε ημερολογιακό έτος σε περίπτωση ασθένειας των τέκνων τους. Για τους δικαστικούς υπαλλήλους που είναι τρίτεκνοι η ως άνω άδεια ανέρχεται σε εφτά (7) εργάσιμες ημέρες για κάθε ημερολογιακό έτος και για τους δικαστικούς υπαλλήλους που είναι πολύτεκνοι σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες. Για τους δικαστικούς υπαλλήλους που είναι μονογονείς, η ως άνω άδεια ανέρχεται σε οχτώ (8) εργάσιμες ημέρες για κάθε ημερολογιακό έτος.

 

Άρθρο 105

Άδειες εξετάσεων

1. Σε δικαστικό υπάλληλο που φοιτά σε σχολείο ή εκπαιδευτικό ίδρυμα της δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή σε φορείς της αρχικής επαγγελματικής κατάρτισης σύμφωνα με τον ν. 4763/2020 (Α’ 254), καθώς και σε φορείς μη τυπικής εκπαίδευσης, με την έννοια της περ. δ’ της παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 4186/2013, (Α’ 193) χορηγείται, ύστερα από αίτησή του, άδεια έως είκοσι (20) εργάσιμων ημερών, αντιστοίχως, κάθε ημερολογιακό έτος, με πλήρεις αποδοχές, για τη συμμετοχή του σε εξετάσεις. Ως συμμετοχή σε εξετάσεις νοείται η ίδια η μέρα των εξετάσεων ή και εύλογος χρόνος εγγύς της ημέρας εξέτασης, εκτιμώμενος κατά τις περιστάσεις. Η άδεια αυτή χορηγείται συνεχώς ή τμηματικά κατά τη διάρκεια των εξεταστικών περιόδων για όσα έτη απαιτούνται για τον χρόνο φοίτησης και έως δύο (2) ακόμη εξεταστικές περιόδους, εφόσον ο υπάλληλος εξακολουθεί να φοιτά. Η άδεια του παρόντος, για λήψη πέραν του πρώτου τίτλου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, χορηγείται, εάν το επιτρέπουν οι υπηρεσιακές ανάγκες.

2. Σε δικαστικό υπάλληλο ο οποίος λαμβάνει μέρος σε διαγωνισμό ή εξετάσεις για να λάβει υποτροφία ή για να επιλεγεί για φοίτηση σε κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών σε θέματα που σχετίζονται με το αντικείμενο της υπηρεσίας του, χορηγείται, ύστερα από αίτησή του άδεια έως δέκα (10) εργάσιμων ημερών ανά διετία, με πλήρεις αποδοχές.

 

Άρθρο 106

Αναρρωτικές άδειες

1. Ο δικαστικός υπάλληλος που είναι ασθενής ή βρίσκεται σε ανάρρωση δικαιούται αναρρωτική άδεια με πλήρεις αποδοχές ανώτατης διάρκειας τόσων μηνών όσα είναι τα έτη της υπηρεσίας του, η οποία αφαιρείται από το σύνολο των αναρρωτικών αδειών που έχει λάβει κατά την προηγούμενη πενταετία. Αναρρωτική άδεια που χορηγείται χωρίς διακοπή δεν μπορεί να υπερβεί τους δώδεκα (12) μήνες. Για την εφαρμογή του παρόντος χρόνος υπηρεσίας τουλάχιστον έξι (6) μηνών θεωρείται ως πλήρες έτος. Δικαστικός υπάλληλος με υπηρεσία μεγαλύτερη από ένα (1) έτος και μικρότερη από τρία (3) έτη δικαιούται αναρρωτική άδεια τριών (3) μηνών.

2. Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται άδεια μικρής διάρκειας, ύστερα από γνωμάτευση θεράποντος ιατρού, έως οκτώ (8) ημερών ετησίως. Δύο άδειες μικρής διάρκειας, διακεκομμένες, μπορούν να χορηγηθούν με υπεύθυνη δήλωση του υπαλλήλου.

3. Στις περιπτώσεις δυσίατων νοσημάτων, η διάρκεια της αναρρωτικής άδειας την οποία δικαιούται ο δικαστικός υπάλληλος είναι διπλάσια από τα όρια που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2.

4. Στον χρόνο της αναρρωτικής άδειας συνυπολογίζονται και οι ημέρες απουσίας λόγω ασθενείας του δικαστικού υπαλλήλου, που προηγήθηκαν της άδειας.

5. Ως προς τη διαδικασία διαπίστωσης της ασθένειας, τον τρόπο χορήγησης της αναρρωτικής άδειας και τον καθορισμό των δυσίατων νοσημάτων, εφαρμόζονται αναλόγως ο ν. 3528/2007 (Α’ 26) για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους.

 

Άρθρο 107

Ειδικές άδειες

1. Στον δικαστικό υπάλληλο χορηγείται άδεια με αποδοχές πέντε (5) εργάσιμων ημερών όταν συνάπτει γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης. Άδεια δέκα (10) εργάσιμων ημερών χορηγείται στον πατέρα, όταν αποκτά τέκνο. Η άδεια αυτή χορηγείται και σε περίπτωση υιοθεσίας ή αναδοχής, όταν το τέκνο δεν έχει υπερβεί το δεύτερο έτος της ηλικίας του. Επίσης χορηγείται άδεια τριών (3) εργάσιμων ημερών σε περίπτωση θανάτου συζύγου ή συγγενούς έως και β’ βαθμού, εξ αίματος ή αγχιστείας.

2. Στον δικαστικό υπάλληλο χορηγείται άδεια έως τριών (3) εργάσιμων ημερών με αποδοχές, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος, για τη συμμετοχή σε δίκη. Αν από τη φύση της δίκης απαιτείται η συμμετοχή του για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, η άδεια χορηγείται και πέραν των τριών (3) εργάσιμων ημερών.

3. Δικαστικός υπάλληλος, ο οποίος πάσχει ή έχει σύζυγο ή έτερο μέρος του συμφώνου συμβίωσης ή τέκνο, ή άλλο εξαρτώμενο, κατά το άρθρο 11 του ν. 4172/2013 (Α’ 167), μέλος, που πάσχει από νόσημα, το οποίο απαιτεί τακτικές μεταγγίσεις αίματος ή αιμοκαθάρσεις ή χρήζει περιοδικής νοσηλείας, δικαιούνται ειδική άδεια με αποδοχές έως είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες ετησίως, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος. Η ειδική άδεια του πρώτου εδαφίου χορηγείται και σε δικαστικούς υπαλλήλους που έχουν τέκνα ή κατά τα ανωτέρω άλλο εξαρτώμενο μέλος, που πάσχουν με βαριά νοητική αναπηρία ή σύνδρομο Down ή Διάχυτη Αναπτυξιακή Διαταραχή (Δ.Α.Δ.), εφόσον αυτά είναι ανήλικα ή ενήλικα που δεν εργάζονται για τους λόγους αυτούς. Σε περίπτωση που ο υπάλληλος δικαιούται την ειδική άδεια για περισσότερα από ένα πάσχοντα πρόσωπα σύμφωνα με το παρόν, η ειδική άδεια με αποδοχές προσαυξάνεται κατ’ ανώτατο όριο σε τριάντα δύο (32) εργάσιμες ημέρες τον χρόνο. Σε περίπτωση που για το ίδιο πάσχον πρόσωπο δικαιούχοι της άδειας είναι περισσότεροι του ενός υπάλληλοι, η ειδική άδεια με αποδοχές προσαυξάνεται κατ’ ανώτατο όριο σε τριάντα δύο (32) εργάσιμες ημέρες τον χρόνο για το σύνολο των δικαιούχων υπαλλήλων αθροιστικά. Με δήλωση των συνδικαιούχων υπαλλήλων καθορίζεται ο αριθμός των ημερών που θα λάβει κάθε δικαιούχος υπάλληλος από το σύνολο των τριάντα δύο (32) εργασίμων ημερών τον χρόνο που δικαιούνται για το ίδιο πάσχον πρόσωπο αθροιστικά.

4. Υπάλληλοι που δεν υπάγονται στην παρ. 3 και έχουν ποσοστό αναπηρίας πενήντα τοις εκατό (50%) και άνω, ή ανήλικα ή ενήλικα τέκνα, τα οποία δεν εργάζονται λόγω της αναπηρίας αυτής, με ποσοστό αναπηρίας πενήντα τοις εκατό (50%) και άνω, ή εξαρτώμενο κατά την παρ. 3 μέλος, δικαιούνται ειδική άδεια έξι (6) εργάσιμων ημερών με αποδοχές κάθε χρόνο, επιπλέον της κανονικής. Σε περίπτωση που ο υπάλληλος δικαιούται την ειδική άδεια για περισσότερα από ένα πάσχοντα πρόσωπα, σύμφωνα με την παρούσα, η ειδική άδεια με αποδοχές προσαυξάνεται κατ’ ανώτατο όριο σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες τον χρόνο. Σε περίπτωση που για το ίδιο πάσχον πρόσωπο δικαιούχοι της άδειας είναι περισσότεροι του ενός υπάλληλοι, η ειδική άδεια με αποδοχές προσαυξάνεται κατ’ ανώτατο όριο σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες τον χρόνο για το σύνολο των δικαιούχων υπαλλήλων αθροιστικά. Με δήλωση των συνδικαιούχων υπαλλήλων καθορίζεται ο αριθμός των ημερών που θα λάβει κάθε δικαιούχος υπάλληλος από το σύνολο των δέκα (10) εργάσιμων ημερών τον χρόνο που δικαιούνται για το ίδιο πάσχον πρόσωπο αθροιστικά.

5. Οι άδειες των παρ. 3 και 4 χορηγούνται και σε δικαστικούς υπαλλήλους που έχουν οριστεί δικαστικοί συμπαραστάτες και τους έχει ανατεθεί δικαστικώς και η επιμέλεια των προσώπων αυτών, εφόσον η καθημερινή φροντίδα των προσώπων αυτών δεν παρέχεται από ιδρύματα και φορείς κοινωνικής πρόνοιας. Σε περίπτωση που η φροντίδα των προσώπων αυτών παρέχεται από ιδρύματα και φορείς κοινωνικής πρόνοιας, οι υπάλληλοι του πρώτου εδαφίου δικαιούνται, κατά περίπτωση, το ήμισυ των προβλεπομένων αδειών των παρ. 3 και 4. Η άδεια της παρ. 3 χορηγείται στους δικαστικούς συμπαραστάτες και σε περίπτωση που οι κατά τον Αστικό Κώδικα τεθέντες υπό δικαστική συμπαράσταση πάσχουν από ανοϊκή συνδρομή, εφόσον πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις.

6. Δικαστικός υπάλληλος που, είτε ο ίδιος είτε τέκνο του είτε εξαρτώμενο μέλος αυτού, κατά την παρ. 3, έχει ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω δικαιούται μείωση του ωραρίου του κατά μία (1) ώρα ημερησίως, χωρίς περικοπή των αποδοχών του. Την ίδια μείωση δικαιούται και ο υπάλληλος που έχει παιδί έως δεκαοκτώ (18) ετών με σακχαρώδη διαβήτη ινσουλινοεξαρτώμενο ή τύπου 1, με ποσοστό αναπηρίας 50% και άνω, ή έχει σύζυγο ή έτερο μέρος συμφώνου συμβίωσης, με αναπηρία 80% και άνω, τον οποίο συντηρεί και φροντίζει. Το ποσοστό αναπηρίας εκτιμάται σύμφωνα με όσα προβλέπονται από τη νομοθεσία. Την άδεια του άρθρου αυτού δικαιούται δικαστικός υπάλληλος που δεν έχει κάνει χρήση της ειδικής άδειας της παρ. 4.

7. Σε περίπτωση που για κάθε δικαστικό υπάλληλο σύμφωνα με την παρ. 6 αντιστοιχούν περισσότερα από ένα πάσχοντα πρόσωπα, το ωράριο δεν μειώνεται αθροιστικά. Σε περίπτωση που για το ίδιο πάσχον πρόσωπο δικαιούχοι της διευκόλυνσης είναι περισσότεροι του ενός υπάλληλοι, με δήλωση των συνδικαιούχων υπαλλήλων καθορίζεται ποιος υπάλληλος θα κάνει χρήση του μειωμένου ωραρίου.

8. Δικαστικός υπάλληλος, ο οποίος ανταποκρίνεται σε πρόσκληση από υπηρεσία αιμοληψίας για κάλυψη έκτακτης ανάγκης, καθώς και υπάλληλος, ο οποίος μετέχει σε οργανωμένη ομαδική αιμοληψία ή σε διαδικασία παροχής αιμοπεταλίων, δικαιούται ειδικής άδειας απουσίας με πλήρεις αποδοχές δύο (2) ημερών για έξι (6) αιμοληψίες ή παροχές αιμοπεταλίων τον χρόνο κατ’ ανώτατο όριο.

9. Χορηγείται μία (1) ημέρα τον χρόνο με αποδοχές για οποιονδήποτε προληπτικό ιατρικό έλεγχο. Η άδεια χορηγείται έπειτα από βεβαίωση του θεράποντος ιατρού.

10. Δικαστικός υπάλληλος που έχει σύζυγο ή έτερο μέρος συμφώνου συμβίωσης ή ανήλικο τέκνο ή κατά την παρ. 3 εξαρτώμενο μέλος που πάσχει από κακοήθεις νεοπλασίες, όπως λευχαιμίες, λεμφώματα και συμπαγείς όγκους και ακολουθεί θεραπείες με χημικούς ή ανοσοτροποποιητικούς παράγοντες ή ακτινοθεραπεία δικαιούται ειδικής άδειας, η οποία καλύπτει την ημέρα της θεραπείας και την επόμενη αυτής. Η άδεια αυτή χορηγείται ύστερα από σχετική βεβαίωση πραγματοποίησης της θεραπείας και μετά από την εξάντληση των δικαιούμενων αδειών, κατά περίπτωση, των παρ. 3 και 4.

11. Ως τέκνα για την εφαρμογή του παρόντος νοούνται τα ανήλικα ή τα ενήλικα τέκνα ή αναδεχθέντα τέκνα, που δεν εργάζονται λόγω της αναπηρίας, εφόσον η καθημερινή φροντίδα των προσώπων αυτών δεν παρέχεται από αρμόδια ιδρύματα και φορείς κοινωνικής πρόνοιας.

12. Οι παρ. 1 έως 5 και 8 του άρθρου 93, καθώς και οι παρ. 1 έως 7 και 9 του άρθρου 182 του ν. 3852/2010 (Α’ 87) εφαρμόζονται και στους δικαστικούς υπαλλήλους.

 

Άρθρο 108

Συνδικαλιστικές άδειες

Ως προς τις συνδικαλιστικές άδειες των δικαστικών υπαλλήλων εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ν. 1264/1982 (Α’ 79), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 του ν. 4772/2017 (Α’ 74), το άρθρο 22 παρ. 5 του ν. 1400/1983 (Α’ 156) και το άρθρο 14 του ν. 2085/1992 (Α’170).

 

Άρθρο 109

Άδειες χωρίς αποδοχές

1. Ο δικαστικός υπάλληλος, εφόσον οι ανάγκες της υπηρεσίας το επιτρέπουν, μπορεί να λαμβάνει, κάθε ημερολογιακό έτος, άδεια απουσίας έως τριάντα (30) ημερών, χωρίς αποδοχές. Η άδεια χορηγείται υποχρεωτικά στον φυσικό, θετό ή ανάδοχο γονέα ανήλικου τέκνου που λόγω ασθένειας ή ατυχήματος έχει ανάγκη την άμεση παρουσία του.

2. Πέραν της άδειας της παρ. 1, επιτρέπεται να χορηγείται στους δικαστικούς υπαλλήλους που έχουν συμπληρώσει διετή πραγματική υπηρεσία, για σοβαρούς ιδιωτικούς λόγους, ύστερα από αίτησή τους και γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, άδεια χωρίς αποδοχές, της οποίας η συνολική διάρκεια, συνεχής ή διακεκομμένη, δεν μπορεί να υπερβεί την πενταετία.

3. Ο δικαστικός υπάλληλος, αν έχει σύζυγο ή έτερο μέρος συμφώνου συμβίωσης που υπηρετεί στο εξωτερικό σε ελληνική υπηρεσία του Δημοσίου, νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου ή άλλου φορέα του δημόσιου τομέα ή σε υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε διεθνή οργανισμό στον οποίο μετέχει η Ελλάδα, δικαιούται άδεια χωρίς αποδοχές, συνεχή ή διακεκομμένη, συνολικής διάρκειας έως έξι (6) ετών, εφόσον έχει συμπληρώσει διετή πραγματική υπηρεσία.

4. Σε δικαστικό υπάλληλο που αποδέχεται θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε διεθνή οργανισμό στον οποίο μετέχει η Ελλάδα, χορηγείται, ύστερα από γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, άδεια χωρίς αποδοχές έως πέντε (5) ετών, που μπορεί να παραταθεί με την ίδια διαδικασία για πέντε (5) ακόμη έτη. Η άδεια αυτή λήγει αυτοδικαίως, αν ο δικαστικός υπάλληλος αποχωρήσει από την παραπάνω θέση. Αν ο δικαστικός υπάλληλος δεν εμφανιστεί να αναλάβει καθήκοντα μέσα σε δύο (2) μήνες από τη λήξη της άδειας, θεωρείται ότι παραιτήθηκε από την υπηρεσία. Η παραίτηση ανατρέχει στην ημερομηνία λήξης της άδειας και η υπαλληλική σχέση λύεται αυτοδικαίως από την ίδια χρονολογία.

5. Αν η άδεια που προβλέπεται στην παρ. 4 χορηγείται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, η θέση του δικαστικού υπαλλήλου θεωρείται κενή και καλύπτεται. Στην περίπτωση αυτή, ο δικαστικός υπάλληλος διατηρείται στην υπηρεσία ως υπεράριθμος και καταλαμβάνει την πρώτη θέση που κενώνεται μετά την επιστροφή του. Το πρώτο και δεύτερο εδάφιο εφαρμόζονται και για την άδεια που προβλέπεται στην παρ. 3, εφόσον αυτή χορηγείται για συνεχόμενο χρονικό διάστημα πέραν της διετίας.

6. Ο χρόνος της άδειας χωρίς αποδοχές δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, εκτός από τις περιπτώσεις των παρ. 1 και 4. Στις περιπτώσεις αυτές o δικαστικός υπάλληλος έχει υποχρέωση να καταβάλει όλες τις κρατήσεις που αντιστοιχούν στις αποδοχές του.

 

Άρθρο 110

Δικαίωμα επανόδου στην υπηρεσία

1. Δικαστικοί υπάλληλοι που παραιτούνται υποχρεωτικώς, σύμφωνα με το Σύνταγμα και την εκλογική νομοθεσία, για να ανακηρυχθούν υποψήφιοι σε εκλογές, μπορούν να επανέλθουν στην υπηρεσία μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανακήρυξης των εκλεγομένων, αν δεν εκλεγούν, ή μετά την ολοκλήρωση της θητείας τους.

2. Η επάνοδος συντελείται αυτοδικαίως με μόνη την υποβολή σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο στην υπηρεσία από την οποία είχε παραιτηθεί. Αν η υπηρεσία αυτή δεν υπάρχει κατά τον χρόνο της επανόδου, η αίτηση υποβάλλεται στην υπηρεσία στην οποία έχουν μεταφερθεί οι υπάλληλοι της υπηρεσίας που καταργήθηκε. Η αίτηση υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός από την ανακήρυξη των εκλεγομένων που προβλέπεται στην παρ. 1 ή από τη λήξη της θητείας. Αν δεν υπάρχει κενή θέση, ο δικαστικός υπάλληλος επανέρχεται προσωρινά ως υπεράριθμος και το υπηρεσιακό συμβούλιο καλείται να κρίνει αν η τοποθέτησή του ως υπεράριθμου εξυπηρετεί το συμφέρον της υπηρεσίας. Στην περίπτωση αυτή, συστήνεται προσωποπαγής θέση. Διαφορετικά, το υπηρεσιακό συμβούλιο τοποθετεί τον δικαστικό υπάλληλο στη θέση που κατά την κρίση του εξυπηρετεί το συμφέρον της υπηρεσίας.

3. Για την επάνοδο εκδίδεται διαπιστωτική πράξη μέσα σε ένα (1) μήνα από την υποβολή της αίτησης επανόδου. Ο εκτός υπηρεσίας χρόνος δεν θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας. Ο υπάλληλος δικαιούται υγειονομικής περίθαλψης κατά το διάστημα της παρ. 1, έχει όμως υποχρέωση να καταβάλει όλες τις κρατήσεις που αντιστοιχούν στις αποδοχές του για την περίθαλψη αυτή.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

 

Άρθρο 111

Πίστη στο Σύνταγμα

Οι δικαστικοί υπάλληλοι υπηρετούν τον Λαό και οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία.

 

Άρθρο 112

Υποχρέωση εκτέλεσης καθηκόντων

1. Ο υπάλληλος εκτελεί τα καθήκοντα του κλάδου και της ειδικότητάς του.

2. Σε περίπτωση επιτακτικών υπηρεσιακών αναγκών, οι οποίες δεν μπορούν να καλυφθούν με άλλο τρόπο, επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικό υπάλληλο καθηκόντων άλλου κλάδου ή ειδικότητας. Σε όμοιες περιπτώσεις επιτρέπεται να ανατίθενται στον υπάλληλο εργασίες συναφείς με την ειδικότητα ή τα καθήκοντά του ή για τις οποίες έχει την απαιτούμενη εμπειρία ή ειδίκευση. Η ανάθεση γίνεται με απόφαση του διευθύνοντος το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή του Γενικού Επιτρόπου, για χρονικό διάστημα έως έξι (6) μηνών, με δυνατότητα παράτασης για έξι (6) ακόμη μήνες, με όμοια απόφαση. Ειδικά για τις περιφερειακές υπηρεσίες του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η ανάθεση γίνεται με απόφαση του αρμόδιου Επιτρόπου. Ο χρόνος ανάθεσης μπορεί να παραταθεί συνολικά έως δύο (2) έτη, με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, μετά από σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου.

 

Άρθρο 113

Νομιμότητα υπηρεσιακών ενεργειών

1. Ο δικαστικός υπάλληλος εκτελεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με τον νόμο.

2. Ο δικαστικός υπάλληλος συμμορφώνεται προς τις εντολές των προϊσταμένων του. Αν θεωρεί παράνομη την εντολή προϊσταμένου, πριν την εκτελέσει, αναφέρει εγγράφως στον προϊστάμενό του την αντίθετη γνώμη του και υποχρεούται να εκτελέσει την εντολή χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Στην περίπτωση αυτή ο δικαστικός υπάλληλος απαλλάσσεται από την ευθύνη για την παράνομη ενέργεια.

3. Αν η εντολή είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα, ο δικαστικός υπάλληλος δεν την εκτελεί και αναφέρει τους λόγους χωρίς αναβολή στον προϊστάμενο που έδωσε την εντολή. Αν σε εντολή η οποία αντίκειται σε διατάξεις νόμων ή κανονιστικών πράξεων, διατυπώνονται επείγοντες και εξαιρετικοί λόγοι γενικότερου συμφέροντος, είτε εξαρχής είτε ύστερα από άρνηση υπακοής σε προηγούμενη όμοιου περιεχομένου, ο δικαστικός υπάλληλος εκτελεί την εντολή και υποβάλλει συγχρόνως σχετική αναφορά στην προϊσταμένη αρχή εκείνου που τον διέταξε. Αν η εντολή προέρχεται από τον διευθύνοντα το δικαστήριο ή την εισαγγελία, η αναφορά υποβάλλεται στον πρόεδρο του ανώτατου δικαστηρίου. Αν προέρχεται από πρόεδρο ανώτατου δικαστηρίου, η αναφορά υποβάλλεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης.

4. Αν ο δικαστικός υπάλληλος δεν συμφωνεί για ενέργεια για την οποία είναι αναγκαία η προσυπογραφή ή η θεώρησή του, διατυπώνει εγγράφως την αντίθετη γνώμη του στο σχέδιο του εγγράφου για να απαλλαγεί από την ευθύνη. Μόνη η άρνηση προσυπογραφής ή θεώρησης δεν απαλλάσσει τον δικαστικό υπάλληλο από την ευθύνη για την ενέργεια αυτή.

5. Ο δικαστικός υπάλληλος δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί τη σύνταξη εγγράφου για θέμα της αρμοδιότητάς του, εφόσον διαταχθεί γι’ αυτό από προϊστάμενό του. Αν διαφωνεί με το περιεχόμενο του εγγράφου, εφαρμόζεται η παρ. 4.

6. Οι προϊστάμενοι όλων των βαθμίδων προσυπογράφουν τα έγγραφα τα οποία δεν εκδίδονται από τους ίδιους, ανήκουν όμως στην αρμοδιότητά τους. Αν διαφωνούν, διατυπώνουν τις αντιρρήσεις τους. Αν προσυπογράψουν χωρίς να διατυπώσουν αντιρρήσεις, θεωρείται ότι συμφωνούν με το περιεχόμενο του εγγράφου.

 

Άρθρο 114

Συμπεριφορά του δικαστικού υπαλλήλου

1. Ο δικαστικός υπάλληλος συμπεριφέρεται με ευπρέπεια τόσο εντός όσο και εκτός της υπηρεσίας και έχει παράσταση ανάλογη της ιδιότητάς του. Επίσης, συμπεριφέρεται με ευγένεια στους πολίτες και τους εξυπηρετεί κατά τη διεκπεραίωση των υποθέσεών τους.

2. Ο δικαστικός υπάλληλος εκτελεί τα καθήκοντά του χωρίς αθέμιτες διακρίσεις υπέρ ή σε βάρος των πολιτών, ιδίως για λόγους φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου.

 

Άρθρο 115

Εχεμύθεια

1. Ο δικαστικός υπάλληλος τηρεί εχεμύθεια για γεγονότα ή πληροφορίες των οποίων λαμβάνει γνώση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και δεσμεύεται από το δικαστικό απόρρητο για τις διαδικαστικές πράξεις στις οποίες συμμετέχει.

2. Η υποχρέωση εχεμύθειας δεν παρεμποδίζει την άσκηση του νόμιμου δικαιώματος των πολιτών στην ενημέρωση.

 

Άρθρο 116

Χρόνος εργασίας

Ο δικαστικός υπάλληλος εργάζεται ανελλιπώς κατά τον χρόνο που ορίζεται από τη νομοθεσία. Εφόσον έκτακτες ή εξαιρετικές υπηρεσιακές ανάγκες το επιβάλλουν, ο δικαστικός υπάλληλος εργάζεται και πέραν του χρόνου εργασίας ή σε μη εργάσιμες ημέρες. Στην περίπτωση αυτή, ως προς το δικαίωμα αποζημίωσης, προσαύξησης του μισθού ή παροχής ημερών απουσίας, εφαρμόζονται οι διατάξεις που κάθε φορά ισχύουν για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους.

 

Άρθρο 117

Περιουσιακή κατάσταση

1. Ο υπάλληλος κατά τον διορισμό του υποχρεούται να δηλώνει εγγράφως στην αρμόδια υπηρεσία προσωπικού την περιουσιακή κατάσταση του ίδιου, του συζύγου ή του ετέρου μέρους συμφώνου συμβίωσης και των τέκνων του, εφόσον συνοικούν με αυτόν. Υποχρεούται ομοίως να δηλώνει και κάθε μεταγενέστερη ουσιώδη μεταβολή της ανωτέρω περιουσιακής κατάστασης. Ο υπάλληλος, εντός τριών (3) μηνών από την τέλεση γάμου ή σύναψη συμφώνου συμβίωσης, υποχρεούται να δηλώσει την περιουσιακή κατάσταση του συζύγου τους ή του ετέρου μέρους του συμφώνου συμβίωσης. Οποιαδήποτε αγορά ακινήτων, από τον υπάλληλο ή τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου, αιτιολογείται υποχρεωτικά με την υποβαλλόμενη δήλωση. Αν για την αγορά αυτή ο υπάλληλος επικαλείται οικονομική ενίσχυση προσώπων άλλων από τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο, υποχρεούται να δηλώσει και την περιουσιακή κατάσταση αυτών.

2. Κάθε δύο (2) χρόνια η αρμόδια υπηρεσία προσωπικού ζητεί από τους υπαλλήλους να υποβάλουν υπεύθυνη δήλωση για την ουσιώδη μεταβολή ή μη της περιουσιακής τους κατάστασης.

3. Αν το κατ’ άρθρο 185 αρμόδιο όργανο διαπιστώσει, με βάση τη δήλωση της παρ. 2 ότι η μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης ή ο τρόπος διαβίωσης του υπαλλήλου είναι δυσανάλογος προς τις αποδοχές και την οικονομική του κατάσταση, διενεργεί έρευνα για την προέλευση των πόρων του υπαλλήλου. Αν μετά την έρευνα αυτή προκύψουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο υπάλληλος απέκτησε πόρους κατά τρόπο που συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα, ο Υπουργός Δικαιοσύνης προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για την πειθαρχική δίωξη του υπαλλήλου.

4. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών καθορίζονται τα κριτήρια, τα όργανα και η διαδικασία ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης των υπαλλήλων. Με το διάταγμα αυτό καθορίζονται τα δικαιώματα των ελεγχομένων, τα χρονικά όρια για τη διενέργεια του ελέγχου, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος. Με το ίδιο διάταγμα μπορεί να καθορίζονται προσωρινά μέτρα προς διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του ελέγχου, καθώς και κυρώσεις για όσους παρεμποδίζουν τον έλεγχο ή παραλείπουν να υποβάλουν ή υποβάλλουν ανακριβώς τη δήλωση της παρ. 1. Ιδιαίτερη μέριμνα λαμβάνεται για την προστασία των προσωπικών δεδομένων των υπαλλήλων, κατ’ εφαρμογή του Γενικoύ Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων EE 2016/679 (L 119).

5. Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης συντάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3213/2003 (Α’ 309). Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης συντάσσονται σε ειδικό έντυπο, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Με την ίδια απόφαση μπορεί να ορίζεται ότι η δήλωση υποβάλλεται ηλεκτρονικά και να προβλέπονται οι σχετικές λεπτομέρειες. Ιδιαίτερη μέριμνα λαμβάνεται για την προστασία των προσωπικών δεδομένων των υπαλλήλων.

6. Η υποβολή δήλωσης περιουσιακής κατάστασης σύμφωνα με το άρθρο αυτό είναι ανεξάρτητη από την υποβολή δήλωσης περιουσιακής κατάστασης που προβλέπεται από ειδικές διατάξεις. Οι προϊστάμενοι των υπηρεσιών Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου οι οποίοι υποβάλλουν δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης, των συζύγων ή μερών συμφώνου συμβίωσης τους και των ανήλικων τέκνων τους σύμφωνα με την περ. μγ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3213/2003 (Α’ 309), δεν υποβάλλουν τη δήλωση της παρ. 1.

 

Άρθρο 118

Άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή

1. Απαγορεύεται στον δικαστικό υπάλληλο να ασκεί ιδιωτικό έργο ή εργασία με αμοιβή. Κατ’ εξαίρεση η άσκησή τους επιτρέπεται ύστερα από άδεια, εφόσον δεν είναι ασυμβίβαστα με τα καθήκοντα της θέσης του δικαστικού υπαλλήλου και δεν παρεμποδίζουν την ομαλή εκτέλεση της υπηρεσίας του.

2. Η άδεια της παρ. 1 χορηγείται από το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ύστερα από αιτιολογημένη σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου και ανακαλείται με την ίδια διαδικασία.

3. Απαγορεύεται στον δικαστικό υπάλληλο η κατ’ επάγγελμα άσκηση εμπορίας.

4. Ο υπάλληλος επιτρέπεται να αποκτά αυτοκίνητο δημοσίας χρήσεως ή να εκμεταλλεύεται αυτό με εκμίσθωση, εφόσον απέκτησε τούτο είτε με γονική παροχή είτε λόγω κληρονομικής διαδοχής είτε λόγω δωρεάς εν ζωή από συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως β’ βαθμού ή από σύζυγο, σύμφωνα με όσα ισχύουν για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους.

 

Άρθρο 119

Συμμετοχή σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου

1. Ο δικαστικός υπάλληλος υποχρεούται να δηλώνει στην υπηρεσία του τη συμμετοχή του σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου οποιασδήποτε μορφής, εκτός των σωματείων και των κοινωφελών ιδρυμάτων.

2. Ο δικαστικός υπάλληλος απαγορεύεται να συμμετέχει σε προσωπική εταιρεία ή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ή σε κοινοπραξία ή να είναι διαχειριστής προσωπικής εμπορικής εταιρείας ή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης ή διευθύνων ή εντεταλμένος σύμβουλος ανώνυμης εταιρείας και να μετέχει στη διοίκηση ανώνυμης εταιρείας. Ο δικαστικός υπάλληλος επιτρέπεται να συμμετέχει σε συνεταιρισμό ή στη διοίκησή του, ύστερα από άδεια που χορηγείται με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 118.

3. Απαγορεύεται η απόκτηση από τον δικαστικό υπάλληλο, τον σύζυγο, το έτερο μέρος συμφώνου συμβίωσης ή τα ανήλικα τέκνα του μετοχών ανώνυμης εταιρείας η οποία με οποιονδήποτε τρόπο συναλλάσσεται ή συνεργάζεται με την υπηρεσία του. Ο δικαστικός υπάλληλος ο οποίος κατά τον διορισμό του κατέχει μετοχές ανώνυμης εταιρείας που εμπίπτει στην περίπτωση αυτή ή τις αποκτά κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του λόγω κληρονομίας υποχρεούται να υποβάλει σχετική δήλωση στην υπηρεσία του και μέσα σε ένα (1) έτος να μεταβιβάσει τις μετοχές αυτές. Κατά το διάστημα που μεσολαβεί έως τη μεταβίβαση των μετοχών, ο δικαστικός υπάλληλος εμπίπτει στο κώλυμα λόγω συμφέροντος που προβλέπεται στο άρθρο 122.

4. Ειδικές διατάξεις που αφορούν σε συμμετοχή σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και θεσπίζουν πρόσθετους περιορισμούς για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους σύμφωνα με τον ν. 3528/2007 (Α’ 26), εφαρμόζονται και για τους δικαστικούς υπαλλήλους.

 

Άρθρο 120

Έργα ασυμβίβαστα

1. Απαγορεύεται στους δικαστικούς υπαλλήλους η άσκηση έργων που είναι ασυμβίβαστα με το βουλευτικό αξίωμα.

2. Η ιδιότητα του δικαστικού υπαλλήλου είναι ασυμβίβαστη προς την ιδιότητα του δικηγόρου.

 

Άρθρο 121

Κατοχή δεύτερης θέσης

1. Απαγορεύεται ο διορισμός δικαστικών υπαλλήλων, με οποιαδήποτε έννομη σχέση, σε άλλη θέση: α) δημόσιας υπηρεσίας, β) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, γ) οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, κάθε βαθμού, καθώς και ένωσης ή συνδέσμου οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, δ) δημόσιας επιχείρησης και δημόσιου οργανισμού, ε) νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου που ανήκει στο κράτος ή επιχορηγείται τακτικώς από κρατικούς πόρους κατά 50%, τουλάχιστον, του ετήσιου προϋπολογισμού του ή του οποίου το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει κατά 51%, τουλάχιστον, στο κράτος και στ) νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου που ανήκει σε νομικό πρόσωπο που περιλαμβάνεται σε αυτά των περ. β’ έως και ε’ ή επιχορηγείται από αυτό τακτικώς κατά 50%, τουλάχιστον, του ετήσιου προϋπολογισμού του, σύμφωνα με τον νόμο ή κατά το οικείο καταστατικό ή του οποίου το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει κατά 51%, τουλάχιστον, στα νομικά αυτά πρόσωπα.

2. Δικαστικός υπάλληλος που κατά παράβαση της παρ. 1 διορίστηκε σε άλλη θέση και αποδέχτηκε τον διορισμό του, θεωρείται ότι παραιτήθηκε αυτοδικαίως από την πρώτη θέση, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε ειδικές διατάξεις.

3. Επιτρέπεται στον δικαστικό υπάλληλο να αποδέχεται θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε διεθνή οργανισμό στον οποίο μετέχει η Ελλάδα. Στην περίπτωση αυτή έχουν εφαρμογή οι παρ. 4 και 5 του άρθρου 109.

 

Άρθρο 122

Κώλυμα λόγω συμφέροντος

1. Ο δικαστικός υπάλληλος δεν επιτρέπεται, είτε ατομικώς είτε ως μέλος συλλογικού οργάνου, να αναλαμβάνει την επίλυση ζητήματος ή να συμπράττει στην έκδοση πράξεων, αν έχει συμφέρον ο ίδιος ή ο σύζυγος, το έτερο μέρος συμφώνου συμβίωσης ή συγγενής του, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, έως και τον τρίτο βαθμό ή αν αφορούν σε πρόσωπο με το οποίο τελεί σε σχέση ιδιαίτερης φιλίας ή έχθρας.

2. Ο δικαστικός υπάλληλος δεν επιτρέπεται να μετέχει ως γραμματέας δικαστηρίου, δικαστικού συμβουλίου και ανάκρισης σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν σε πρόσωπο αναφερόμενο στην παρ. 1.

3. Δικαστικοί υπάλληλοι που είναι σύζυγοι, μέρη συμφώνου συμβίωσης ή συγγενείς μεταξύ τους ή με δικαστικούς λειτουργούς έως και τον τρίτο βαθμό, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, δεν επιτρέπεται να συμπράττουν ή με οποιονδήποτε τρόπο να συμμετέχουν στην ίδια διαδικαστική πράξη ή ενέργεια.

4. Η αποσιώπηση του κωλύματος και η σύμπραξη του δικαστικού υπαλλήλου σε πράξη ή ενέργεια, κατά παράβαση των παρ. 1 έως 3, συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.

 

Άρθρο 123

Αστική ευθύνη

1. Ο δικαστικός υπάλληλος ευθύνεται έναντι του Δημοσίου για κάθε θετική ζημία την οποία προξένησε σε αυτό από δόλο ή βαριά αμέλεια. Ευθύνεται για τις αποζημιώσεις τις οποίες κατέβαλε το Δημόσιο σε τρίτους για βλάβη από παράνομη πράξη ή παράλειψή του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, εφόσον οφείλεται σε δόλο ή βαρειά αμέλεια. Ο δικαστικός υπάλληλος δεν ευθύνεται έναντι των τρίτων για τις πιο πάνω πράξεις ή παραλείψεις του.

2. Η ζημία καταλογίζεται στον δικαστικό υπάλληλο με αίτηση που ασκείται από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Ως ζημιογόνο γεγονός νοείται κάθε πράξη, νομική ή υλική, ή παράλειψη που συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση της ζημίας, εφόσον διαπράχθηκε κατά την άσκηση των υπαλληλικών του καθηκόντων ή κατ’ εκμετάλλευση ή κατά κατάχρηση ή καθ’ υπέρβαση αυτών. Για την άσκηση αίτησης καταλογισμού συνεπεία καταβολής αποζημίωσης προς τρίτο δυνάμει δικαστικής απόφασης, απαιτείται η απόφαση αυτή να έχει καταστεί αμετάκλητη.

3. Αν πρόκειται για αποζημίωση την οποία κατέβαλε το Δημόσιο σε τρίτους για βλάβη από παράνομη πράξη ή παράλειψη του υπαλλήλου, η αξίωση καταλογισμού παραγράφεται μετά πενταετία από την κοινοποίηση της αμετάκλητης απόφασης στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Αν πρόκειται για ζημία ευθέως του Δημοσίου, η αξίωση καταλογισμού παραγράφεται μετά πενταετία από τη διαπίστωση της ζημίας από τα αρμόδια όργανα.

4. Κάθε δικαστική απόφαση που επιδικάζει αποζημίωση στο Δημόσιο για ζημιογόνο γεγονός της παρ. 2 κοινοποιείται μέσα σε ένα (1) μήνα από τη δημοσίευσή της στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Ομοίως κοινοποιείται σε αυτόν κάθε σχετικό πόρισμα ελέγχου ή διοικητικής εξέτασης μέσα σε ένα (1) μήνα από την έκδοσή του. Ο Γενικός Επίτροπος, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του, μπορεί να ζητά στοιχεία από οποιαδήποτε υπηρεσία και κάθε αρμόδιο όργανο είναι υποχρεωμένο να τον συνδράμει. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα για το αρμόδιο όργανο. Την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης μπορεί να προκαλέσει και ο Γενικός Επίτροπος με έγγραφό του προς τον αρμόδιο υπουργό ή τη διοίκηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Στην περίπτωση αυτή καθίσταται υποχρεωτική η άσκηση της δίωξης.

5. Σε περίπτωση έλλειψης δόλου, το Ελεγκτικό Συνέδριο, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, μπορεί να καταλογίσει στον δικαστικό υπάλληλο μέρος μόνο της ζημίας που επήλθε στο Δημόσιο ή της αποζημίωσης που αυτό υποχρεώθηκε να καταβάλει.

6. Αν περισσότεροι δικαστικοί υπάλληλοι προξένησαν από κοινού ζημία στο Δημόσιο, ευθύνονται εις ολόκληρον κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου.

7. Η αστική ευθύνη των δημόσιων υπολόγων από τη διαχείρισή τους διέπεται από τις ειδικές γι’ αυτούς διατάξεις.

 

 

ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ

ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

 

Άρθρο 124

Υπηρεσιακή εκπαίδευση

1. Η υπηρεσιακή εκπαίδευση των δικαστικών υπαλλήλων, όταν δεν αποτελεί υποχρέωση, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα επόμενα άρθρα, συνιστά δικαίωμα, η άσκηση του οποίου ενθαρρύνεται από την υπηρεσία, στο μέτρο που δεν παρεμποδίζει την εύρυθμη λειτουργία της.

2. Η υπηρεσιακή εκπαίδευση διακρίνεται σε: α) εισαγωγική εκπαίδευση, β) μετεκπαίδευση και επιμόρφωση και γ) μεταπτυχιακή εκπαίδευση.

3. Η εισαγωγική εκπαίδευση έχει ως σκοπό την εξοικείωση του δικαστικού υπαλλήλου με το αντικείμενο των καθηκόντων του και είναι υποχρεωτική. Η μετεκπαίδευση και επιμόρφωση έχει ως σκοπό την απόκτηση από τον υπάλληλο γενικών ή ειδικών γνώσεων που είναι απαραίτητες για την άσκηση των καθηκόντων του και μπορεί να ορίζεται ως υποχρεωτική. Η μεταπτυχιακή εκπαίδευση οδηγεί στην απόκτηση μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών από αναγνωρισμένο ΑΕΙ και είναι προαιρετική.

 

Άρθρο 125

Εισαγωγική εκπαίδευση

1. Ο δικαστικός υπάλληλος μετά από την ανάληψη υπηρεσίας παρακολουθεί δεκαήμερη εισαγωγική εκπαίδευση.

2. Η εισαγωγική εκπαίδευση αποτελεί προϋπόθεση για την μονιμοποίηση του υπαλλήλου και πραγματοποιείται:

α. για όσους διορίστηκαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο, στο Ελεγκτικό Συνέδριο, στη Γενική Επιτροπεία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και στα πολιτικά και διοικητικά Πρωτοδικεία Θεσσαλονίκης, από τα δικαστήρια αυτά, αντιστοίχως,

β. για όσους διορίστηκαν στα πολιτικά και διοικητικά πρωτοδικεία της Αθήνας και του Πειραιά, από το πολιτικό και διοικητικό πρωτοδικείο της Αθήνας, αντιστοίχως,

γ. για τους λοιπούς, από τα οικεία εφετεία.

3. Ο δικαστής που διευθύνει το αρμόδιο κατά την παρ. 2 δικαστήριο ορίζει έναν δικαστικό λειτουργό και έναν δικαστικό υπάλληλο ως υπεύθυνους της εκπαίδευσης. Για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση της εισαγωγικής εκπαίδευσης μπορεί να ζητείται η συνδρομή του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης.

4. Αντικείμενο της εισαγωγικής εκπαίδευσης είναι:

α. η ενημέρωση για την αποστολή, την οργάνωση και τη λειτουργία της Δικαιοσύνης,

β. η μελέτη και ανάλυση των κανόνων δεοντολογίας που διέπουν τη συμπεριφορά των δικαστικών λειτουργών, των δικαστικών υπαλλήλων, των οργάνων της Διοίκησης, των δικηγόρων και των διαδίκων, με έμφαση στους κανόνες δεοντολογίας που διέπουν τις σχέσεις των δικαστικών υπαλλήλων με τους δικαστικούς λειτουργούς,

γ. η ενημέρωση και εξοικείωση με τα βασικά νομοθετήματα που διέπουν την οργάνωση και λειτουργία του οικείου δικαστηρίου και την κατάσταση των δικαστικών υπαλλήλων,

δ. η ενημέρωση και εξοικείωση με τη χρήση των ηλεκτρονικών βάσεων και συστημάτων που λειτουργούν στο δικαστήριο.

Κατά τον σχεδιασμό και την υλοποίηση του προγράμματος της εισαγωγικής εκπαίδευσης λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα για τη συνειδητοποίηση από τους δικαστικούς υπαλλήλους της σημασίας του έργου τους για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

5. Στο τέλος της εισαγωγικής εκπαίδευσης από τους αναφερόμενους στην παρ. 3 υπευθύνους εκπαίδευσης συντάσσεται έκθεση πεπραγμένων καθώς και έκθεση για την επίδοση κάθε υπαλλήλου. H έκθεση κοινοποιείται στον δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο στο οποίο έχει διοριστεί ο υπάλληλος, καθώς και στον κατά την παρ. 2 αρμόδιο για την εκπαίδευση δικαστή.

6. Ειδικά για τους Κλάδους ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου και ΠΕ Δικαστικής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων η εισαγωγική εκπαίδευση παρέχεται, όπως ορίζεται στα άρθρα 34-38 και 74, αντιστοίχως.

 

Άρθρο 126

Μετεκπαίδευση και επιμόρφωση

Η υπηρεσία μεριμνά για τη μετεκπαίδευση και επιμόρφωση των δικαστικών υπαλλήλων καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους και διευκολύνει τη συμμετοχή τους σε προγράμματα που πραγματοποιούνται σε δικαστήρια, υπηρεσίες, εκπαιδευτικά ιδρύματα και άλλους πιστοποιημένους φορείς στην Ελλάδα και το εξωτερικό, λαμβάνοντας ιδιαίτερη μέριμνα για την ισότιμη πρόσβαση των υπαλλήλων σε αυτή.

 

Άρθρο 127

Μεταπτυχιακή εκπαίδευση

Η μεταπτυχιακή εκπαίδευση γίνεται με τη συμμετοχή του δικαστικού υπαλλήλου σε προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών συναφή με το αντικείμενο της υπηρεσίας του.

 

Άρθρο 128

Έκθεση πεπραγμένων

Μετά το πέρας οποιουδήποτε προγράμματος μετεκπαίδευσης και επιμόρφωσης ή μεταπτυχιακής εκπαίδευσης, ο υπάλληλος υποχρεούται να καταθέσει στην υπηρεσία του σχετική έκθεση. Η υπηρεσία, αν το κρίνει σκόπιμο, οργανώνει την παρουσίασή της σε ευρύτερο υπηρεσιακό κύκλο.

 

Άρθρο 129

Άδειες υπηρεσιακής εκπαίδευσης

1. Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του να λάβει μία φορά άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης είτε μετεκπαίδευσης και επιμόρφωσης είτε για τη συμμετοχή του σε προγράμματα μεταπτυχιακής εκπαίδευσης, συναφή με το αντικείμενο της εργασίας του. Η άδεια αυτή διαρκεί έως ένα (1) έτος και μπορεί να χορηγείται είτε ενιαία είτε τμηματικά. Πραγματοποιείται με βάση συγκεκριμένο πρόγραμμα, σε δικαστήρια ή άλλες συναφείς υπηρεσίες και δημόσιους φορείς ή οργανισμούς, ειδικώς δε η μεταπτυχιακή εκπαίδευση σε Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό. Η άδεια για μεταπτυχιακή εκπαίδευση μπορεί να παραταθεί, με τη σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, έως ένα (1) ακόμη έτος, αν το μεταπτυχιακό πρόγραμμα διαρκεί πλέον του έτους και οι υπηρεσιακές ανάγκες το επιτρέπουν.

2. Η κατά την παρ. 1 υπηρεσιακή άδεια χορηγείται σε δικαστικούς υπαλλήλους που έχουν συμπληρώσει τριετή τουλάχιστον υπηρεσία, στην οποία δεν συνυπολογίζεται η δοκιμαστική, και δεν έχουν υπερβεί το πεντηκοστό πέμπτο (55ο) έτος της ηλικίας τους.

3. Έως την 30ή Σεπτεμβρίου εκδηλώνεται εγγράφως στην Υπηρεσία Προσωπικού το ενδιαφέρον των δικαστικών υπαλλήλων για τη λήψη άδειας υπηρεσιακής εκπαίδευσης κατά το επόμενο δικαστικό έτος. Έως την 30ή Νοεμβρίου με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζεται, κατά τομέα του άρθρου 18, ο μέγιστος αριθμός υπαλλήλων στους οποίους θα χορηγηθεί το επόμενο έτος άδεια του παρόντος και ορίζεται προθεσμία για την υποβολή των σχετικών αιτήσεων των υπαλλήλων και των απαραίτητων δικαιολογητικών από τα οποία προκύπτει η αποδοχή τους από τους φορείς μετεκπαίδευσης ή μεταπτυχιακής εκπαίδευσης. Ειδικά για τη χορήγηση άδειας υπηρεσιακής εκπαίδευσης σε χώρα του εξωτερικού, απαιτείται πολύ καλή γνώση της γλώσσας της χώρας ή του οικείου προγράμματος, σύμφωνα με το π.δ.