Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

ΘΕΣΕΙΣ Σ.Δ.Υ.Δ.Δ.Α. ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ 2025 (ΙΩΑΝΝΙΝΑ)

Κυρίες και κύριοι σύνεδροι,

Ως Σύλλογος Δικαστικών Υπαλλήλων Διοικητικών Δικαστηρίων Αθήνας (Σ.Δ.Υ.Δ.Δ.Α.), σας καταθέτουμε μια σειρά από κρίσιμα θέματα που αφορούν τον κλάδο:

ΘΕΜΑ 1: Τροποποίηση Κώδικα

Η επικείμενη τροποποίηση του Κώδικα αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς την ενίσχυση των δικαιωμάτων των δικαστικών υπαλλήλων και την υποστήριξη της εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης. Συμπληρώθηκαν σχεδόν πέντε έτη από την ψήφιση και έναρξη ισχύος του Κώδικα του 2021 (ν. 4798/2021). Η πενταετία αυτή μας δίνει πλέον τη δυνατότητα – αλλά και την ευθύνη – να προβούμε σε μια ουσιαστική και τεκμηριωμένη αξιολόγηση της λειτουργικότητάς του, υπό το πρίσμα της εμπειρίας που αποκτήθηκε από την εφαρμογή του ή/και τη μη εφαρμογή του στην πράξη.

Καταρχάς, οφείλουμε να εντοπίσουμε τους λόγους για τους οποίους συγκεκριμένα άρθρα του Κώδικα δεν κατέστη δυνατό να εφαρμοστούν, κυρίως, επειδή προσκρούουν σε διοικητικές, οργανωτικές ή θεσμικές δυσχέρειες. Στόχος μας είναι, στη βάση της πραγματικής εμπειρίας των δικαστικών υπηρεσιών, να καταγραφούν πλήρως τα εμπόδια αυτά και να ζητήσουμε τεκμηριωμένα την τροποποίηση των επίμαχων άρθρων, ώστε ο Κώδικας να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της δικαιοσύνης και των εργαζομένων σε αυτήν.

Δεύτερον, μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από το 2021 μέχρι σήμερα, έχουν ψηφιστεί νέοι νόμοι και έχουν ενσωματωθεί ευρωπαϊκές οδηγίες που επηρεάζουν άμεσα το πλαίσιο λειτουργίας των δικαστικών υπηρεσιών και τα υπηρεσιακά καθήκοντα των δικαστικών υπαλλήλων. Καθίσταται λοιπόν αναγκαία η πλήρης αντιστοίχιση του Κώδικα με τη νεότερη νομοθεσία, ώστε να αποφευχθούν ερμηνευτικές ασάφειες και πρακτικές ασυμβατότητες. Η επικαιροποίηση συγκεκριμένων άρθρων του Κώδικα, βάσει των νέων νομοθετικών δεδομένων, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της προσπάθειας για ένα σύγχρονο, σαφές και λειτουργικά εφαρμόσιμο Κώδικα.

Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, θα θέλαμε να θέσουμε υπόψη σας τη μη εφαρμογή του άρθρου 145, που αφορά τις κρίσεις προϊσταμένων και ειδικότερα τα κριτήρια επιλογής. Θεωρούμε προβληματικό ότι από το 2021 υπάρχει ένας θεσμικός Κώδικας που παραμένει ανεφάρμοστος ως προς ένα τόσο κρίσιμο σημείο. Η πραγματικότητα αυτή δεν μπορεί παρά να υπονομεύει το κύρος του ίδιου του νομοθετήματος αλλά και την εμπιστοσύνη των εργαζομένων στις προβλεπόμενες διαδικασίες.

Μέχρι σήμερα, οι κρίσεις προϊσταμένων πραγματοποιούνται με μεταβατική διάταξη. Ως Σύλλογος, αλλά και ως ενεργό μέρος της Ομοσπονδίας, θεωρούμε ότι αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να παρατείνεται. Είναι αδιανόητο να συνεχίζεται η λειτουργία των υπηρεσιών χωρίς σαφή, αντικειμενικά και μετρήσιμα κριτήρια μοριοδότησης. Η ύπαρξη τέτοιων κριτηρίων δεν αποτελεί μόνο ζήτημα δικαιοσύνης – αποτελεί προϋπόθεση ελέγχου, αξιοκρατίας και διαφάνειας στις κρίσεις προϊσταμένων. Η εφαρμογή του άρθρου 145, όπως ρητά προβλέπεται στον Κώδικα, δεν είναι απλώς μια τυπική υποχρέωση της Διοίκησης. Είναι μια θεσμική αναγκαιότητα που διασφαλίζει ότι οι συνάδελφοι που αναλαμβάνουν θέσεις ευθύνης επιλέγονται με τρόπο αδιάβλητο, αξιοκρατικό και απολύτως σύμφωνο με τις αρχές της χρηστής διοίκησης.

Συνεπώς, καλούμε το συνέδριο να σταθεί με σαφήνεια απέναντι σε αυτό το ζήτημα και να απαιτήσει την άμεση τροποποίηση του άρθρου 145. Ως ΣΔΥΔΔΑ θεωρούμε ότι, για την άρση του αδιεξόδου, είναι αναγκαίο να προχωρήσουμε σε μια στοχευμένη και απολύτως τεκμηριωμένη τροποποίησή του. Προτείνουμε:

  • τη διατήρηση του συστήματος μοριοδότησης (άρθρο 145, παρ.1, 2, 3, 4α), το οποίο αποτελεί τη βάση για αξιοκρατική και αντικειμενική αξιολόγηση, με μοναδική αλλαγή να μην υπάρχει διάκριση μεταξύ πτυχίου νομικής και άλλων πτυχίων, όπως προβλέπει το συγκεκριμένο άρθρο,

  • την αφαίρεση της συνέντευξης (άρθρο 145, παρ. 4δ). Η συνέντευξη, ως εργαλείο αξιολόγησης, ενέχει σοβαρά περιθώρια υποκειμενικότητας και δεν διασφαλίζει την απαιτούμενη αμεροληψία. Στο πλαίσιο ενός συστήματος αξιολόγησης που επιδιώκει να είναι δίκαιο, διαφανές και ουσιαστικό, η συνέντευξη δεν συμβάλλει στην αντικειμενικοποίηση της διαδικασίας – αντιθέτως, την αποδυναμώνει. Η διαπροσωπική δυναμική αξιολογητή – αξιολογούμενου και οι διαφορετικές συνθήκες διεξαγωγής καθιστούν τη συνέντευξη έναν παράγοντα που μπορεί να αλλοιώσει την αξιολόγηση, αντί να την ενισχύσει. Η απαλοιφή της συγκεκριμένης διάταξης θα επιτρέψει η αξιολόγηση των δικαστικών υπαλλήλων να στηρίζεται αποκλειστικά σε σαφή, προκαθορισμένα, μετρήσιμα και αξιολογήσιμα κριτήρια, τα οποία αντανακλούν την πραγματική απόδοση, τις ικανότητες και τη συμβολή του κάθε συναδέλφου.

  • την αφαίρεση της πρόβλεψης για γραπτή εξέταση από το ΑΣΕΠ (άρθρο 145, παρ.4β),

  • την αφαίρεση της πρόβλεψης για παρακολούθηση σεμιναρίου από το ΕΚΔΔΑ (άρθρο 145, παρ. 4γ).

Η εμπειρία των τελευταίων ετών αποδεικνύει ότι οι συγκεκριμένες προβλέψεις είναι εκείνες που, στην πράξη, έχουν λειτουργήσει ως μηχανισμός «παγώματος» της εφαρμογής του άρθρου. Όχι επειδή η γραπτή εξέταση μέσω ΑΣΕΠ ή το σεμινάριο μέσω ΕΚΔΔΑ αποτελούν καθαυτές προβληματικές διαδικασίες, αλλά επειδή οι οργανωτικές, διοικητικές και λειτουργικές απαιτήσεις τους δεν έχουν ποτέ ενεργοποιηθεί, ούτε φαίνεται να υπάρχει προοπτική ενεργοποίησής τους στο άμεσο μέλλον. Οι δύο αυτές προβλέψεις κατέληξαν να λειτουργούν ως εμπόδιο, καθιστώντας ολόκληρο το σύστημα κρίσεων ανεφάρμοστο. Γι’ αυτόν τον λόγο, εισηγούμαστε την κατάργηση της γραπτής εξέτασης και του σεμιναρίου, ώστε να απελευθερωθεί η διαδικασία και να εφαρμοστεί επιτέλους ο Κώδικας, όπως προβλέφθηκε. Η μοριοδότηση – σαφής και αξιοκρατική – μπορεί να διασφαλίσει από μόνη της την αντικειμενικότητα και τη διαφάνεια που όλοι επιζητούμε. Η τροποποίηση αυτή δεν καταργεί την αξιολόγηση· αντιθέτως, την καθιστά εφαρμόσιμη, λειτουργική και δίκαιη. Και αυτό είναι το πραγματικό ζητούμενο.


Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, δηλαδή την ανάγκη προσαρμογής του Κώδικα στο νέο νομοθετικό πλαίσιο, προτείνουμε:


  • Τροποποίηση του άρθρου 61 που αφορά τις αποσπάσεις: Προτείνουμε την επαναφορά της δυνατότητας μετάταξης στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, πρόβλεψη η οποία υπήρχε παλαιότερα στον Κώδικα, αλλά στην πορεία καταργήθηκε χωρίς σαφή αιτιολόγηση. Η δυνατότητα αυτή δεν αποτελεί μόνο ένα εργασιακό δικαίωμα των δικαστικών υπαλλήλων· αποτελεί και εργαλείο ορθολογικής διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού εντός του ίδιου του Υπουργείου. Η απουσία της επιλογής απόσπασης δημιουργεί αδικαιολόγητους περιορισμούς στους υπαλλήλους και στερεί από το Υπουργείο την ευελιξία να καλύπτει πραγματικές υπηρεσιακές ανάγκες.



  • Τροποποίηση άρθρων του Κώδικα που αφορούν τις άδειες, και ειδικότερα:

Άρθρο 104: Χορήγηση γονικών αδειών στους γονείς που τα τέκνα τους φοιτούν στην Α΄θμια και Β΄θμια Εκπαίδευση (4 ημέρες κατ’ έτος για κάθε σχολική βαθμίδα).

Άρθρο 106: Προτείνουμε την πρόβλεψη επιπλέον αναρρωτικής άδειας 3 ημερών κατ’ έτος (εκτός αυτής που προβλέπεται για τα ασθενή τέκνα) και για τους ασθενείς συζύγους και τους ασθενείς γονείς.

Άρθρο 107: Προτείνουμε την προσθήκη άδειας για τη διαδικασία υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Η τροποποίηση των αντίστοιχων άρθρων του Κώδικα είναι απαραίτητη για την πλήρη εναρμόνισή του, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 28 του ν. 4808/2021, τα άρθρα 56 και 60 του ν. 4830/2021, την εγκύκλιο 2/80545/ΔΕΠ/2022, και την Οδηγία (ΕΕ) 2019/1158, που αφορά την εξισορρόπηση της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής. Το νέο αυτό νομοθετικό πλαίσιο εισάγει σημαντικές ρυθμίσεις για τη γονική άδεια, τις άδειες φροντίδας και την προστασία της οικογένειας. Συνεπώς, είναι απαραίτητο ο Κώδικας των δικαστικών υπαλλήλων να «συνομιλεί» με αυτό το εκσυγχρονισμένο περιβάλλον και να μην υστερεί σε σχέση με το υπόλοιπο Δημόσιο. Με την τροποποίηση των σχετικών άρθρων, θα διασφαλιστεί ένα δίκαιο, σύγχρονο και συμβατό με τις ευρωπαϊκές επιταγές πλαίσιο, που προστατεύει ουσιαστικά τους συναδέλφους και διευκολύνει την πραγματική ισορροπία οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής.


  • Στοχευμένη τροποποίηση του άρθρου 118, που αφορά την άδεια για άσκηση έργου με αμοιβή και την εναρμόνισή του με το άρθρο 127 του ν. 4957/2022 («Παροχή διδακτικού και ερευνητικού έργου από δημοσίους υπαλλήλους»), με βάση το οποίο δεν απαιτείται η χορήγηση σχετικής άδειας, κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων, στους δημόσιους υπαλλήλους για την παροχή με αμοιβή διδακτικού και ερευνητικού έργου (για διδακτικό έργο σε προγράμματα πρώτου και δεύτερου κύκλου σπουδών, ξενόγλωσσα προγράμματα σπουδών και εκπαιδευτικά προγράμματα των Κέντρων Επιμόρφωσης και Διά Βίου Μάθησης, των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, καθώς και για το ερευνητικό έργο προς τα Α.Ε.Ι. και ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς). Οι δημόσιοι υπάλληλοι διατηρούν την υποχρέωση έγγραφης ενημέρωσης της υπηρεσίας τους, αν αναλάβουν σχετική δραστηριότητα, γνωστοποιώντας τα ακόλουθα στοιχεία: α) το Α.Ε.Ι. ή τον ερευνητικό ή τεχνολογικό φορέα προς το οποίο θα παρασχεθεί το διδακτικό ή ερευνητικό έργο, β) το ακριβές αντικείμενο, γ) τη χρονική διάρκεια και δ) τις ημέρες και ώρες απασχόλησής τους ανά εβδομάδα. Η παράλειψη ενημέρωσης της υπηρεσίας εκ μέρους του υπαλλήλου συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.

Με τη συγκεκριμένη τροποποίηση, ο Κώδικας θα εναρμονιστεί πλήρως με το νέο θεσμικό πλαίσιο και θα επιτρέψει στους συναδέλφους να ασκούν συμπληρωματικό έργο – διδακτικό, ερευνητικό – με διαφάνεια, χωρίς όμως περιττές καθυστερήσεις και χωρίς διοικητικά εμπόδια.


  • Τροποποίηση άρθρων του Κώδικα που αφορούν την αξιολόγηση των δικαστικών υπαλλήλων, και ειδικότερα:

Άρθρο 132: Απαλοιφή της περ. δ της παρ. 3, με βάση την οποία η αξιολόγηση περιλαμβάνει τη συνέντευξη του αξιολογούμενου υπαλλήλου από τον πρώτο/η αξιολογητή/τρια του.

Η διαπροσωπική δυναμική αξιολογητή – αξιολογούμενου και οι διαφορετικές συνθήκες διεξαγωγής καθιστούν τη συνέντευξη έναν παράγοντα που μπορεί να αλλοιώσει την αξιολόγηση, αντί να την ενισχύσει. Η απαλοιφή της συγκεκριμένης διάταξης θα επιτρέψει η αξιολόγηση των δικαστικών υπαλλήλων να στηρίζεται αποκλειστικά σε σαφή, προκαθορισμένα, μετρήσιμα και αξιολογήσιμα κριτήρια, τα οποία αντανακλούν την πραγματική απόδοση, τις ικανότητες και τη συμβολή του κάθε συναδέλφου.

  • Τροποποίηση του άρθρου 200, παρ. 12: Προτείνουμε την ενεργή συμμετοχή των αιρετών υπαλλήλων στην πειθαρχική διαδικασία με δικαίωμα ψήφου, ώστε να ενισχυθεί η δημοκρατικότητα και η ουσιαστική συμμετοχή των εκπροσώπων των εργαζομένων. Η σημερινή μορφή συμμετοχής είναι περιορισμένη και δεν επιτρέπει στους αιρετούς να συμβάλουν ουσιαστικά στη λήψη αποφάσεων που αφορούν κρίσιμα υπηρεσιακά ζητήματα και πειθαρχικές κυρώσεις. Το γεγονός αυτό δημιουργεί ένα έλλειμμα αντιπροσωπευτικότητας και λειτουργεί συχνά αποτρεπτικά για την εμπέδωση της εμπιστοσύνης των υπαλλήλων στη διαδικασία.


ΘΕΜΑ 2: Λειτουργία της ΕΣΔι


Η ΕΣΔι αναλαμβάνει να εκπαιδεύσει τους νεοδιοριζόμενους δικαστικούς υπαλλήλους αλλά και να επιμορφώσει τους ήδη υπηρετούντες δικαστικούς υπαλλήλους.

Α) ‘Οσον αφορά τον εκπαιδευτικό της ρόλο για τους νεοεισαχθέντες δικαστικούς υπαλλήλους προτείνουμε τα εξής :

  1. Η πρακτική εξάσκηση στο ηλεκτρονικό σύστημα των δικαστηρίων να γίνεται σε ένα δοκιμαστικό μεν, αλλά ΄΄πραγματικό΄΄ ψηφιακό περιβάλλον που θα εξασφαλίζει την άμεση εξοικείωση των σπουδαστών με το ψηφιακό σύστημα εργασίας τους.


  1. Να υπάρχει δυνατότητα παρακολούθησης μέσω τηλεκπαίδευσης υπό προϋποθέσεις (π.χ. σε περίπτωση εγκυμοσύνης).


  1. τη δημιουργία παραρτήματος της σχολής στην Αθήνα.


  1. Στο στάδιο της ολοκλήρωσης του διαγωνισμού, η πρακτική εξάσκηση των υπαλλήλων να γίνεται με βάση το Δικαστήριο που θα υπηρετήσουν.

  2. Να αναγνωριστεί η 6μηνη φοίτηση και πρακτική ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας και να αφαιρεθεί ο χρόνος αυτός από τη διετία της δόκιμης υπηρεσίας.

  3. Να επιλέγονται με ιδιαίτερη προσοχή οι εκπαιδευτές σε σχέση με το αντικείμενο διδασκαλίας τους και να παρέχεται επιπλέον εκπαιδευτικό υλικό στους εκπαιδευόμενους.

  4. Για λόγους εξασφάλισης ενός υψηλού επιπέδου και του αισθήματος διαφάνειας δεν συμφωνούμε στη διενέργεια ξεχωριστών διαγωνισμών, οι οποίοι ανακοινώνονται σε άτακτα διαστήματα, για την πλήρωση θέσεων σε συγκεκριμένα δικαστήρια.


Β) Όσον αφορά το επιμορφωτικό της έργο προτείνουμε το εξής :


1) Να υπάρχει δυνατότητα διαδικτυακής παρακολούθησης των επιμορφωτικών σεμιναρίων σε χώρους των δικαστηρίων ειδικά διαμορφωμένους, ώστε οι υπάλληλοι να μπορούν να παρακολουθούν αναπόσπαστοι και απαλλαγμένοι από τα υπηρεσιακά τους καθημερινά καθήκοντα.


Για το Δ.Σ του Συλλόγου Σ.Δ.Υ.Δ.Δ.Α


                              Η Πρόεδρος                              Η Γεν. Γραμματέας


                        Ανατολή Κυριαζίδου                         Φωτεινή Ροζή






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου